The “unknown war” of the seeds.

Ο “άγνωστος πόλεμος” των σπόρων

 

 

Τον περασμένο Μάιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πρόταση μέτρων για την ενίσχυση της επιβολής των προτύπων υγείας και ασφάλειας στο σύνολο της αγροδιατροφικής αλυσίδας [2013/0140 (COD)]. Με τις νέες μεταρρυθμίσεις αναφέρεται ότι θα μειωθούν τόσο οι σχετικές νομοθετικές πράξεις, από 70 περίπου σε μόλις 5, όσο και τα γραφειοκρατικά εμπόδια στις διαδικασίες που απαιτούνται για αγρότες, κτηνοτρόφους και επιχειρήσεις τροφίμων (σε όλα τα επίπεδα) ώστε να ασκούν με μεγαλύτερη ευκολία την επαγγελματική τους δραστηριότητα.

Η πρόταση περιλαμβάνει μέτρα για την υγεία των ζώων (με έμφαση στην ανίχνευση και έλεγχο των νόσων), την υγεία των φυτών (με έμφαση στον έλεγχο νέων ειδών επιβλαβών οργανισμών) και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, με νέους κανόνες, επέκταση του συστήματός καταβολής τελών για την υλοποίηση των ελέγχων και ενίσχυση αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών.

Περιλαμβάνει επίσης μέτρα για το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό (συμπεριλαμβανομένων και των σπόρων). Εδώ προβλέπεται περιορισμός των 12 σχετικών Οδηγιών σε ένα μόνο Κανονισμό, με απλούστερους και πιο ευέλικτους κανόνες για την εμπορία σπόρων και άλλου φυτικού υλικού. Στόχος είναι να διασφαλιστεί η παραγωγικότητα, η προσαρμοστικότητα και η ποικιλότητα των καλλιεργειών και των δασών της Ευρώπης και να διευκολυνθεί το εμπόριο, αλλά και, παράλληλα, να εξασφαλιστεί η προστασία της βιοποικιλότητας και η προώθηση της βιώσιμης γεωργίας.

Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις της ΕΕ, το νέο σχέδιο Νόμου για την Παραγωγή και Διάθεση στην Αγορά Φυτικού Αναπαραγωγικού Υλικού [EU Plant Reproductive Material Law, 2013/137(COD)] «… προβλέπει απλούστερους και πιο ευέλικτους κανόνες για την εμπορία σπόρων και άλλου φυτικού αναπαραγωγικού υλικού με σκοπό να διασφαλιστεί η παραγωγικότητα, η προσαρμοστικότητα και η ποικιλότητα των καλλιεργειών και των δασών της Ευρώπης και να διευκολυνθεί το εμπόριό τους … Θα ευνοήσει ιδιαίτερα τους παραγωγούς φυτών, τους γεωργούς, τους κηπουρούς, τους δασολόγους, τους εμπλεκόμενους φορείς και τους καταναλωτές».

Φαίνεται όμως ότι πολλοί από τους «ευνοούμενους» έχουν τελείως διαφορετική γνώμη αφού επιμένουν εμφατικά ότι ο νέος νόμος αποτελεί σημαντική απειλή για την διατήρηση  και κυκλοφορία των τοπικών ποικιλιών, οδηγώντας μέχρι και στην απαγόρευση τους, αλλά και για τη βιοποικιλότητα στην ήπειρό μας. Και ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις ευνοούν τις μεγάλες εταιρείες παραγωγής σπόρων, μέσω της επέκτασης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (IPRs) και την προώθηση νέων τεχνολογιών έλεγχου για όλες τις εμπορικές φυτικές ποικιλίες.

Εδώ και αρκετές δεκαετίες η βιομηχανοποιημένη παραγωγή σπόρων έχει εκτοπίσει πιο παραδοσιακές ή/και περιβαλλοντικά φιλικότερες προσεγγίσεις, όπως η επιλογή σπόρων με βάση τα χαρακτηριστικά της κάθε περιοχής, η δημιουργία ποικιλιών «ελεύθερης επικονίασης» που δεν προστατεύονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και η διατήρηση των τοπικών ποικιλιών. Η νομολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπει μόνο την καλλιέργεια εμπορικών ποικιλιών σπόρων που πληρούν τα κριτήρια «διακριτότητα, ομοιομορφία, σταθερότητα» (αναφέρονται ως DUS-tests από τα αρχικά των λέξεων distinctness, uniformity, stability), συνεπώς ευνοεί τις μεγάλες εταιρίες και τη λογική των μονοκαλλιεργειών. Πρόσφατα, οι εναλλακτικές αγροτικές πρακτικές, περιθωριοποιημένες κατά την ακμή της βιομηχανικής γεωργίας, άρχισαν να προσελκύουν κοινωνικό, αλλά και εμπορικό και πολιτικό ενδιαφέρον, κυρίως λόγω της οικολογικής τους σημασίας για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Αναπτύσσεται πλέον σε όλη την Ευρώπη ένα σημαντικό κίνημα για την ανακάλυψη, διατήρηση και διάδοση παλαιών φυτικών ποικιλιών, καθώς και καλλιεργητικών μεθόδων προσαρμοσμένων στα οικοσυστήματα[1]. Αυτό το κίνημα αντιμετωπίζεται ως απειλή από τη βιομηχανία των σπόρων[2] που αποθαρρύνει τους ανταγωνιστές μέσω δυσκολιών εισόδου στην αγορά (IPRs, μεγάλα κόστη καταχώρησης, κ.λπ.)

Αντίστοιχα, μέχρι και πριν μερικά χρόνια, η εμπορία σπόρων μη καταχωρημένων ποικιλιών (τοπικών, παραδοσιακών και ιδιοπαραγόμενων) δεν υφίστατο ουσιαστικό έλεγχο στις περισσότερες χώρες, γιατί αποτελούσαν σχετικά μικρό κομμάτι της αγοράς και η διακίνησή τους γινόταν, κυρίως, χωρίς ανταγωνιστικές εμπορικές προθέσεις.

Είναι άραγε σύμπτωση ότι, καθώς η μη καταχωρημένες ποικιλίες κατακτούν αυξανόμενο μερίδιο της αγοράς, εμφανίζεται ο νέος νόμος που θεσπίζει περιορισμούς για όλους τους σπόρους και τα «υλικά εξειδικευμένων αγορών» που χρησιμοποιούνται στη γεωργία και τη δασοκομία στην Ευρώπη;

Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο του νέου νόμου, μετά την κύρωση του θα θεωρείται αμέσως παράνομη η καλλιέργεια, αναπαραγωγή και εμπορία κάθε σπόρου ή αναπαραγωγικού υλικού που δεν έχει ελεγχθεί και πιστοποιηθεί από το Κοινοτικό Γραφείο Φυτικής Ποικιλότητας (Community Plant Variety Office, CPVO, www.cpvo.europa.eu). Το ΚΓΦΠ, που λειτουργεί από το 1995, χορηγεί δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας για τις φυτικές ποικιλίες που πιστοποιεί και τηρεί τους σχετικούς καταλόγους. Στο νέο νόμο προβλέπεται ότι το ΚΓΦΠ θα ελέγχει τις εθνικές υπηρεσίες πιστοποίησης φυτικού υλικού, ώστε να εναρμονιστεί πλήρως η διαδικασία πιστοποίησης σε όλες τις χώρες της Ένωσης. Για να διατηρηθεί μάλιστα κάθε σπόρος στους εγκεκριμένους καταλόγους θα απαιτείται η καταβολή ετήσιου τέλους καταχώρησης[3].

Το αρχικό σχέδιο του νόμου περιλάμβανε όλες τις κατηγορίες αναπαραγωγικού υλικού, χωρίς εξαιρέσεις. Μετά από έντονη κατακραυγή και διαμαρτυρίες από ιδιώτες, οργανώσεις καταναλωτών και αγροτών μικρής κλίμακας[4], τράπεζες φυτικού υλικού, ακόμα και κάποιες κυβερνήσεις κρατών-μελών, εισήχθησαν κάποιες εξαιρέσεις. Έτσι, με το τρέχον υπό διαβούλευση σχέδιο (από ότι φαίνεται το τέταρτο κατά σειρά), δεν θα θεωρείται πλέον παράνομη η διατήρηση και ανταλλαγή μη εγκεκριμένων σπόρων από ιδιώτες κηπουρούς ή παραγωγούς, η παράγωγη και πώληση μη εγκεκριμένων ποικιλιών από ιδιώτες και μικρούς οργανισμούς (μόνο όμως αν έχουν λιγότερους από 10 υπαλλήλους) και η παραγωγή μη εγκεκριμένων σπόρων από τράπεζες σπερμάτων, ενώ για παλαιές παραδοσιακές ποικιλίες και για το «ετερογενές υλικό», προβλέπονται μόνο «… χαλαροί (!) κανόνες καταχώρησης». Παρ’ όλες τις αλλαγές, το τρέχον σχέδιο νόμου φαίνεται να δημιουργεί πολλά και υπερβολικά γραφειοκρατικά εμπόδια, όπως η ανάγκη απόδειξης της σπουδαιότητας κάποιας συγκεκριμένης ποικιλίας, ο περιορισμός της διανομής των τοπικών σπόρων μόνο στις περιοχές καταγωγής τους, κ.ά. Επίσης υπάρχουν αρκετές ασαφείς διατάξεις που δεν αποκλείουν μελλοντική αυστηροποίηση των «χαλαρών κανόνων», τροποποιήσεις, ή ακόμα και κατάργηση των παραπάνω εξαιρέσεων χωρίς ανάγκη νέας επικύρωσης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Επιπλέον η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Δασών (Confédération Européenne des Propriétaires Foresters, CEPF, www.cepf-eu.org) και η Ευρωπαϊκή Ένωση Κρατικών Δασών (European State Forest Association, EUSTAFOR, www.eustafor.eu/), δήλωσαν ότι ιδιοκτήτες και διαχειριστές δασών σε όλη την Ευρώπη έχουν σοβαρές αντιρρήσεις για την υπαγωγή των δασικών υλικών στο νέο νόμο. «… Η επέκταση των διαδικασιών ελέγχου και πιστοποίησης της βιομηχανίας τροφίμων στο δασικό αναπαραγωγικό υλικό θα αυξήσει υπέρμετρα το διαχειριστικό φορτίο στα κράτη-μέλη, χωρίς κανένα οικονομικό όφελος».

Αξίζει να σημειωθεί πως φαίνεται να υπάρχει έντονη αντίθεση μεταξύ της Γενικής Διεύθυνσης Υγείας και Καταναλωτών (DG SANCO) που προωθεί τον νέο νόμο (υπό την πίεση των πολυεθνικών εταιριών σπόρων, λένε οι επικριτές του) και των ΓΔ Αγροτικών Θεμάτων (DG AGRI) και Περιβάλλοντος (DG ENVI), που θεωρούν ότι είναι βλαπτικός για τη βιοποικιλότητα. Είναι επίσης σημαντικό ότι οι περιλήψεις, τα δελτία τύπου και τα απλουστευμένα κείμενα για το κοινό έχουν επιλεκτικές αναφορές και είναι συχνά παραπλανητικά, ενώ υπάρχουν και σαφείς δυσκολίες στον εντοπισμό πληροφοριών για το χρονοδιάγραμμα, την πορεία των διαβουλεύσεων και τις αλλαγές που γίνονται. Οι λεπτομέρειες ενίοτε βρίσκονται σε άσχετα κείμενα, ή καλύπτονται από στρώματα δύσληπτων νομικών και τεχνικών διατυπώσεων. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, το ότι η διαδικασία αναθεώρησης του πλαισίου για το φυτικό υλικό, αν και ξεκίνησε το 2008, άργησε πολύ να γίνει δημόσια αντιληπτή[5].

Η αναθεώρηση αυτή δίνει την ευκαιρία στις μεγάλες εταιρίες να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στην Αγορά Σπόρων[6]. Καθώς η εμπορική αξία της παγκόσμιας Αγοράς Σπόρων υπολογίζεται σε περίπου 45 δισ. δολάρια και της ευρωπαϊκής σε 9 δισ. δολάρια ετησίως (Πηγή: International Seed Federation, www.worldseed.org/isf/seed_statistics.html), υπάρχουν εντονότατες πιέσεις προς τα όργανα της ΕΕ, και ιδιαίτερα την DG SANCO, από τα λόμπι της βιομηχανίας σπόρων, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση Σπόρων (European Seeds Association, ESA), η Copa-Cogeca (εκπροσωπεί τη βιομηχανοποιημένη αγροτική παραγωγή) και η FoodDrinkEurope (εκπρόσωπος των μεγάλων πολυεθνικών τροφίμων). Οι πιέσεις αυτές φαίνεται ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για την ως τώρα μορφοποίηση του νέου νόμου.

Η Αυστριακή ΜΚΟ Arche Noah παρουσίασε ολοκληρωμένη αξιολόγηση του σχεδίου νόμου, στη οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων:

«… Ο κύριος στόχος της νέας νομοθεσίας φαίνεται πως είναι η αύξηση της παραγωγικότητα και η εντατικοποίηση μιας εκβιομηχανισμένης γεωργίας, με έμφαση στις εξαγωγές. Οι προτεινόμενες εξαιρέσεις για μικρά τμήματα της αγοράς και παλαιές ποικιλίες απλά «χρυσώνουν το χάπι» και δεν μπορούν να αναστείλουν την απώλεια βιοποικιλότητας …

Η βασική απαίτηση πολλών ενδιαφερομένων μερών σε όλη την Ευρώπη για άρση των υποχρεωτικών περιορισμών των ποικιλιών δεν έγινε δεκτή. Αυτός όμως θα ήταν ο πιο άμεσος και λιγότερο γραφειοκρατικός τρόπος για να στηριχθεί η βιοποικιλότητα …

Αν οι πρόσφατες εξαιρέσεις, που λέγεται ότι προάγουν την ποικιλότητα, αναλυθούν λεπτομερώς, φαίνεται ότι, αντίθετα, δημιουργούν προβλήματα. Οι ιστορικοί, γεωγραφικοί και ποσοτικοί περιορισμοί που θα ισχύσουν για παλαιές και σπάνιες ποικιλίες εγείρουν εμπόδια στη διάδοση της ποικιλότητας και στην αξιοποίηση του δυναμικού της. Οι έλεγχοι DUS εγκλωβίζουν τα καλλιεργούμενα είδη σε μια τεχνική-νομική μέγκενη, ενώ η επιζητούμενη υψηλή ομοιομορφία των φυτών είναι έντονα αμφισβητήσιμη από οικολογικής πλευράς. Οι περιορισμοί θα εξαφανίσουν ότι απομένει από την εκτατική και παραδοσιακή γεωργία που ήταν ο κύριος μοχλός διαμόρφωσης της σημερινής ποικιλότητας καλλιεργούμενων φυτών. Επίσης υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι εν λόγω περιορισμοί, μέσω διακρατικών εμπορικών συνθηκών να επεκταθούν και σε χώρες εκτός ΕΕ. Σε χώρες όπου οι σπόροι παράγονται από γεωργούς και όχι εταιρίες, κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό …

Η Επιτροπή θέλει να εξασφαλίσει το δικαίωμά της να καθορίζει τις προϋποθέσεις συσκευασίας, σήμανσης, ακόμα και τον τρόπο εμπορίας σπόρων, μέσω νομοθετικών πράξεων κάθε δεδομένη στιγμή. Κάτι τέτοιο θα έκανε αυτόματα την αγορά των σπόρων τόσο περίπλοκη και γραφειοκρατικά απαιτητική που θα απέκλειε τις περισσότερες από τις μικρές επιχειρήσεις. Για δεκαετίες, η αγορά των σπόρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση διέπεται από δυσανάλογα αυστηρούς νόμους. Έφτασε πλέον η στιγμή να αμφισβητηθούν σοβαρά αυτές οι εχθρικές προς τη βιοποικιλότητα ρυθμίσεις …

Η πρόταση χρειάζεται να αναθεωρηθεί επειγόντως. Δυστυχώς, ως τώρα η μόνη αντίδραση της Επιτροπής στη διεθνή πίεση των κοινωνικών οργανώσεων ήταν «διακοσμητικές» αλλαγές ενώ αγνοείται η ουσία της ασκούμενης κριτικής».

Το χρονοδιάγραμμα οριστικοποίησης και κύρωσης του νέου νόμου δεν είναι ξεκάθαρο. Μέχρις στιγμής φαίνεται ότι τροποποιήσεις μπορούν να υποβληθούν στην Επιτροπή Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μέχρι και τον ερχόμενο Δεκέμβριο, ενώ η επόμενη συζήτηση προσδιορίζεται γύρω στον Απρίλιο του 2014. Η διαδικασία προβλέπεται να ολοκληρωθεί στο τέλος του 2020.

Αν ο νόμος εγκριθεί ως έχει (ή αν, όπως λένε οι επικριτές του, οι μεγάλες εταιρείες  καταφέρουν να επιβάλλουν την ατζέντα τους) μπορεί να οδηγήσει σε εξαφάνιση των τοπικών ποικιλιών, σε μια εξαρτημένη σχέση συνδιαλλαγής και έλεγχου, μέσω πατεντών και νέας τεχνολογίας, ακόμη και των συμβατικών σπόρων, και σε τεράστια μεταφορά αξίας από τους αγρότες προς τις μεγάλες εταιρείες που διεκδικούν, ανοιχτά πια, βασικές γεωργικές διαδικασίες.

Σημειώσεις:

[1] Σχετικές οργανώσεις υπάρχουν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Ενδεικτικά αναφέρω, μεταξύ πολλών άλλων, στην Ελλάδα την εναλλακτική κοινότητα «Πελίτι» (www.peliti.gr) και τον «Αιγίλοπα» (www.aegilops.gr), στη Γαλλία την «Association Kokopelli» (www.terredesemences.com), στην Αγγλία την «Garden Organic» (www.gardenorganic.org.uk), στην Αυστρία την Arche Noah (www.arche-noah.at), κ.ο.κ.

[2] Οι μεγάλες εταιρείες παραγωγής σπόρων ισχυρίζονται ότι χάνουν αυτή τη στιγμή το 40% των εν δυνάμει αγορών λόγω “παράνομης αναπαραγωγής”, όπως την ονομάζουν, καθώς και λόγω της σποροπαραγωγής  μη-καταχωρημένων ποικιλιών.

[3] Αν όλα αυτά σας θυμίζουν κάτι από Όργουελ, μάλλον η φαντασία σας καλπάζει.

[4] Η Arche Noah και άλλες 240 οργανώσεις από 40 χώρες έχουν συντάξει μια «ανοιχτή επιστολή» προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τους αρμόδιους Επιτρόπους (http://seedpolicy.arche-noah.at/en/eu-seed-law/take-action).

[5] Παρεμπιπτόντως, «στα ψιλά» από πλευράς πληροφόρησης φαίνεται πως πέρασε το Παγκόσμιο Συνέδριο για τους Σπόρους που οργανώθηκε από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Σπόρων (International Seed Federation) στην Αθήνα πριν λίγους μήνες (27-29 Μαΐου). Εκεί, μεταξύ άλλων, ο ΓΓ της Ευρωπαϊκής Ένωσης Σπόρων (ESA) ανακοίνωσε η διεθνής βιομηχανία σπόρων θέτει σε εφαρμογή μεγάλο σχέδιο (project «Compass») προκειμένου να αντικρούσει τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που περιορίζουν τη χρήση νεονικοτινοειδών αγροχημικών (δείτε σχετικά αναφορά στο τεύχος της ΦΥΣΗΣ 141, σελ 39).

[6] Με στοιχεία του 2009, το 73% της παγκόσμιας Αγοράς Σπόρων βρίσκεται υπό τον έλεγχο μόλις 10 μεγάλων εταιριών. Οι 4 πρώτες, Monsanto (ΗΠΑ), DuPont (ΗΠΑ), Syngenta (Ελβετία) Groupe Limagrain (Γαλλία) ελέγχουν το 58% (Πηγή: «Who will control the Green Economy?» www.etcgroup.org).