The biofuel debate

Η διαμαχη των βιοκαυσίμων

 

 

Ο τομέας των μεταφορών εκπέμπει περίπου το 25% των αερίων του θερμοκηπίου που παράγει η Ευρωπαϊκή Ένωση, και είναι δεύτερος σε δημιουργία ρύπων μετά τον τομέα παραγωγής ενέργειας. Οι οδικές μεταφορές και μόνο ευθύνονται για περίπου 20% των συνολικών εκπομπών CO2 των 28 χωρών της Ένωσης. Αν και οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από άλλους τομείς (βιομηχανία, γεωργία, κ.λπ.) μειώθηκαν κατά περίπου 15% μεταξύ 1990 και 2007, οι εκπομπές από τις μεταφορές αυξήθηκαν κατά 36% στο ίδιο διάστημα[1], με τη μεγαλύτερη αύξηση στις θαλάσσιες και εναέριες μεταφορές.

Για τον περιορισμό των αέριων ρύπων από τις μεταφορές η ΕΕ υιοθέτησε διάφορες πολιτικές: έθεσε στόχους για μείωση των εκπεμπομενων αερίων ρύπων από τα αυτοκίνητα, για βελτίωση της ποιότητας των καυσίμων μέσω της σχετικής Οδηγίας 98/70/ΕΚ, ενίσχυσε την έρευνα για νέες τεχνολογίες και συμπεριέλαβε τις εναέριες μεταφορές στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Ρύπων. Παράλληλα προώθησε και τη χρήση των ανανεώσιμων καυσίμων ή αλλιώς βιοκαυσίμων.

Στις 8 Μαΐου 2003, το Ευρωπαικό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρώπης εξέδωσαν την Οδηγία 2003/30/ΕΚ για να προάγουν τη χρήση βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων. Η Ελλάδα ενσωμάτωσε την Οδηγία αυτή στην εθνική νομοθεσία το καλοκαίρι του 2005.

Η Οδηγία αυτή προέβλεπε ότι τα κράτη-μέλη θα διασφαλίσουν ελάχιστη συμμετοχή βιοκαυσίμων και άλλων ανανεώσιμων καυσίμων στο σύνολο των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στις μεταφορές. Η τιμή αναφοράς που έπρεπε να επιτευχθεί ως το τέλος του 2005 ορίστηκε στο 2 %[2], υπολογιζόμενη βάσει του ενεργειακού περιεχομένου επί του συνόλου της βενζίνης και του πετρελαίου ντίζελ που διατίθεται στις αγορές τους προς χρήση στις μεταφορές συγκριτικά με τα συμβατικά καύσιμα, με επόμενο στόχο να αυξηθεί στο 5,75% έως το τέλος του 2010.

Ως βιοκαύσιμα θεωρούνται υγρά ή αέρια καύσιμα που παράγονται από βιομάζα (το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα προϊόντων, αποβλήτων και καταλοίπων από γεωργικές, δασοκομικές και συναφείς βιομηχανικές δραστηριότητες, ή βιομηχανικών και αστικών αποβλήτων). Συμπεριλαμβάνονται το βιοντίζελ, η βιοαιθανόλη (μεθυλεστέρας λιπαρών οξέων), το βιοαέριο, η βιομεθανόλη, ο βιοδιμεθυλαιθέρας, ο βιο-ΕΤΒΕ (αιθυλοτριτοβουτυλαιθέρας, ο βιο-ΜΤΒΕ (μεθυλοτριτοβουτυλαιθέρας), τα συνθετικά βιοκαύσιμα (συνθετικοί υδρογονάνθρακες ή μείγματα συνθετικών υδρογονανθράκων που έχουν παραχθεί από βιομάζα), το βιοϋδρογόνο και τα καθαρά φυτικά έλαια. Μπορούν να διατίθενται ως αμιγή ή αναμεμειγμένα με παράγωγα πετρελαιοειδών, ανάλογα με τα ποιτικά πρότυπα για τα καύσιμα μεταφορών. Στην Ελλαδα, και στις περισσότερες χώρες, χρησιμοποιούνται κυρίως το βιοντίζελ και η βιοαιθανόλη, ως πρόσμεικτα στο πετρέλαιο κίνησης κατά το προβλεπόμενο ποσοστό.

Τον Απρίλιο του 2009, η Οδηγία 2003/30/ΕΚ και η Οδηγία 2001/77/ΕΚ (για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές) αντικαταστάθηκαν με την Οδηγία 2009/28/ΕΚ σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Σε αυτήν καθορίζεται ως υποχρεωτικός ελάχιστος στόχος, τον οποίο πρέπει να επιτύχουν όλα τα κράτη μέλη έως το 2020, η συμμετοχή των βιοκαυσίμων στην κατανάλωση βενζίνης και πετρελαίου ντίζελ στις μεταφορές κατά 10%[3], «… στόχος που πρέπει να υλοποιηθεί κατά οικονομικώς συμφέροντα τρόπο».

Η παγκόσμια ζήτηση για βιοκαύσιμα[4] (στην οποία πρωτοστάτησαν η Ευρώπη, οι ΗΠΑ και η Βραζιλία) οδηγησε σε ραγδαία αύξηση των ενεργειακών καλλιεργειών στην Ευρώπη και παγκοσμίως τη δεκαετία του 2000. Αποτέλεσμα ήταν η αλλαγή χρήσης αγροτικών γαιών για καλλιέργεια ενεργειακών φυτών και η απώλεια φυσικών περιοχών, κυρίως δασών και υγροτόπων, λόγω επέκτασης ενεργειακών καλλιεργειών[5].

Η έντονη αύξηση της τιμής των τροφίμων στα μέσα της δεκαετίας του 2000 αποδόθηκε κυρίως στην παγκόσμια αύξηση της τιμής των δημητριακών λόγω της εξάπλωσης των ενεργειακών καλλιεργειών, αλλά και στην αυξημένες τιμές πρώτων υλών όπως το καλαμπόκι, που δεν χρησιμοποιείται πλέον για ζωοτροφή, αλλά για να παράγει αιθανόλη[6].

O Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ εκτιμούσαν, το 2007, ότι η ραγδαία επέκταση την βιομηχανίας των βιοκαυσίμων πιθανότατα θα διατηρήσει τις υψηλές τιμές των τροφίμων τουλάχιστο για μια δεκαετία. Μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο, το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (JRC, http://ec.europa.eu/dgs/jrc) ανέφερε ότι, αν καταργηθούν οι επιδοτήσεις για τα βιοκαύσιμα πρώτης γενιάς, οι τιμές τροφίμων όπως τα φυτικά έλαια θα μειωθούν, ως το 2020, κατά 50% στην Ευρώπη και κατά 15% αλλού στον κόσμο[7].

Η ζήτηση βιοκαυσίμων εντείνει την καύση και αποψίλωση τροπικών δασών και άλλων ζωτικών οικοσυστημάτων είτε για μονοκαλλιέργειες φοινικέλαιου, σόγιας και ζαχαροκάλαμου, είτε για αντικατάσταση γεωργικής γης που χάνεται σε ενεργειακές καλλιέργειες, κυρίως σε χώρες του Νότου, όπως η Βραζιλία και η Ινδονησία. Στη Βραζιλία, για παράδειγμα, το 80% των αέριων του θερμοκηπίου προέρχεται από την καύση δασών του Αμαζονίου για την επέκταση καλλιεργειών σόγιας και καλαμποκιού. Αυτή είναι η Έμμεση Αλλαγή Χρήσης Γής (Indirect Land Use Change ή ILUC) που παίζει πλέον, ευτυχώς, καθοριστικό ρόλο στις σχετικές με τα βιοκαύσιμα πολιτικές.

Εκτός από την απώλεια αγροτικών γαιών[8], η μετατροπή παρθένων τροπικών δασών που συνεισέφεραν στην απορρόφηση των αερίων του θερμοκηπίου σε μονοκαλλιέργειες επηρεάζει τα κλιματικά συστήματα, τον κύκλο του νερού, εντείνει τον κίνδυνο ερημοποίησης και οδηγεί σε σημαντική απώλεια βιοποικιλότητας. Επίσης η εντατική χρήση λιπασμάτων σε αυτές τις βιομηχανικού τύπου μονοκαλλιέργειες ρυπαίνει τα υπόγεια ύδατα και αυξάνει τις εκπομπές διοξειδίου του αζώτου που είναι πολύ πιο δραστικό αέριο θερμοκηπίου από το CO2. Παράλληλα η εξάπλωση ενεργειακών καλλιεργειών εκτοπίζει ήδη φτωχούς αγρότες και αυτόχθονες πληθυσμούς από τους τόπους τους.

Καθώς αυξάνονταν τα επιστημονικά στοιχεία ότι η χρήση βιοκαυσίμων πρώτης γενιάς προκαλεί έχει τελικά αύξηση και όχι μείωση των εκπομπών, εάν ληφθεί υπόψη ολόκληρος ο κύκλος από την παραγωγή έως την κατανάλωσή τους και η ILUC, η στάση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άρχισε να αλλάζει.

Τον Οκτώβριο του 2012 η ΕΕ δημοσίευσε μια πρόταση για τον περιορισμό του κλιματικού αντίκτυπου των βιοκαυσίμων με τροποποίηση των Οδηγιών για την ανανεώσιμη ενέργεια και για την ποιότητα των Καυσίμων (2009/30/ΕΚ). Κύρια στοιχεία αυτής της πρότασης ήταν:

  • η βελτίωση των εγκαταστάσεων παραγωγής βιοκαυσιμών με ελάχιστο όριο αποδεκτό εκπομπών τουλάχιστον 35% μικρότερο από αντίστοιχη ποσότητα συμαβτικών καυσίμων. Από το 2017 το ποσοστό αυτό αναβαίνει σε %0% και μετά το 2018 σε 60% για νέες εγκαταστάσεις.
  • ο συνυπολογισμός της ILUC στην αξιολόγηση του οφέλους από τη χρήση βιοκαυσίμων σε όλα τα κράτη-μέλη.
  • η διατήρηση του ποσοστού συμμετοχής των βιοκαυσίμων στις μεταφορές ως το 2020 στο σημερινο επίπεδο του 5% αντι για το προβλεπόμενο 10%.
  • η απαγόρευση λήψης πρώτων υλών για βιοκαύσιμα από περιοχές υψηλής βιοποικιλότητας ή υψηλής δέσμευσης άνθρακα.
  • η παροχή κινήτρων για παραγωγή βιοκαυσίμων με μικρή ή μηδενική ILUC, όπως τα προερχόμενα από φύκη, μικροοργανισμούς, χρησιμοποιήμενα μαγειρικά έλαια (UCO), απόβλητα, κ.ά. (βιοκαύσιμα δεύτερης και τρίτης γενιάς).

Στις 24 Ιανουαρίου 2013, η ΕΕ εξέδωσε την ανακοίνωση COM(2013) 17 «Καθαρή Ενέργεια για τις Μεταφορές: Η Εναλλακτική Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τα Καύσιμα» που περιλαμβάνει τα βιοκαύσιμα, το φυσικό αέριο και το συνθετικό φυσικό αέριο, την ηλεκτρική ενέργεια, κ.ά. Σε αυτήν προτείνεται η προώθηση βιοκαυσίμων νέας γενιάς και η διακοπή όλων των επιδοτήσεων για βιοκαύσιμα πρώτης γενιάς μετά το 2020.

Στις 11 Σεπτεμβρίου 2013 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε, με πολύ μικρή πλειοψηφία (356-327) ως ανώτατο όριο (οροφή) για τη συμμετοχή των βιοκαυσίμων στις μεταφορές ως το 2020 το 6% (αντί για 5% που είχε προταθεί) με παράλληλη παρουσία τουλάχιστον κατά 2,5% βιοκαυσίμων νέων τεχνολογιών. Επίσης αποφάσισε τον συνπολογισμό της ILUC στις μεθοδολογίες της Οδηγίας για την ποιότητα των καυσίμων μετά το 2020.

Η Γαλλίδα εισηγήτρια Corinne Lepage δήλωσε πως «,,, ήταν μια πολύ δύσκολη συζήτηση, διότι ήταν ισχυρή η παρουσία όλων των οικονομικών συμφερόντων. Το κείμενο έχει σημαντικές οικονομικές και ηθικές επιπτώσεις».

Η οροφή του 6% θεωρήθηκε συμβιβασμός και προκάλεσε αρνητικά σχόλια, τόσο από τις οικολογικές οργανώσεις, όσο και από τη βιομηχανία των βιοκαυσίμων.

Μεγάλες οργανώσεις όπως η Oxfam και οι Friends of the Earth θεωρούν ότι «… οι Ευρωβουλευτές ενέδωσαν στις πιέσεις της βιομηχανίας και δεν προχώρησαν σε ουσιαστική αναθεώρηση της αποτυχγάνουσας πολιτκής της ΕΕ για τα βιοκαύσιμα …» και ότι «…αν και αποφεύχθηκε το χειρότερο σενάριο το Κοινοβούλιο αδιαφορεί γιατις ανάγκες των πολιτών και του πλανήτη …».

Αντίθετα, τα λόμπι της βιομηχανίας, όπως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Βιοκαυσίμων (European Biodiesel Board) θεωρούν ότι τα στοιχεία για την ILUC δεν είναι τεκμηριωμένα, ότι η βιομηχανία βιοκαυσίμων θα καταρεύσει με απώλειες θέσεων εργασίας και οικονομικό αντίκτυπο σε πολλές χώρες της Ένωσης, και ότι χωρίς σταθερό πλαίσιο πολιτικών δεν μπορούν να συνεχιστούν οι σχετικές επενδύσεις.

Παρόμοιες θέσεις εκφράζουν και κάποιες κυβερνήσεις, κυρίως χωρών της κεντρικής Ευρώπης, που «ανεπίσημα» αμφισβητούν τις επιπτώσεις της ILUC. Μόνο η Ολανδία, η μεγάλη Βρεττανία, το Βέλγιο και η Δανία υποστηρίζουν ανοιχτά τη χρήση μεθοδολογιών που συνυπολογίζουν την ILUC για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των βιοκαυσίμων.

Αντιφατικές φαίνεται πως είναι και οι απόψεις στα όργανα της ΕΕ. Η Επίτροπος σε θέματα δράσης για το κλίμα, Connie Hedegaard, υποστηρίζει σθενάρα την πρόταση. Όπως δήλωσε «… Αν δεχτούμε υψηλότερη οροφή [από το 6%] θα μειώσουμε δραστικά τις πιθανότητες να περιορίσουμε τα αρνητικά αποτελέσματα από τα βιοκαύσιμα … τα περισσότερα βιοκαύσιμα πρώτης γενιάς συμβάλλουν ελάχιστα ή καθόλου στη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου αν συνυπολογίσουμε και τις εκπομπές λόγω ILUC …»

Αντίθετα, ο Günther Oettinger, Επίτροπος ενέργειας είχε δηλώσει πριν λίγο καιρό σε συνάντηση των Υπουργών Ενέργειας η Επιτροπή είναι «ελαστική» στο θέμα της οροφής.

Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με τα κράτη-μέλη για την οριστικοποίηση της απόφασης του Ευρωκοινοβουλίου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στις 12 Δεκεμβρίου 2013 δεν κατόρθωσε να συμφωνήσει επί μιας συμβιβαστικής πρότασης της Λιθουανικής Προεδρίας που, μεταξύ άλλων, περιλάμβανε οροφή 7%. Τα περισσότερα κράτη-μέλη θεώρησαν την πρόταση αδύναμη και αναποτελεσματική[9], ενώ η Ουγγαρία, η Τσεχία και η Πολωνία θεώρησαν υπερβολική τη μείωση.

Το καυτό αυτό θέμα βρίσκεται πια στα χέρια της Ελληνικής Προεδρίας (αν και δεν αναφέρθηκε στις σχετικές δηλώσεις κατά την ανάληψη), από ότι φαίνεται όμως είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει συμφωνία προ των Ευρωεκλογών, και μάλλον θα παραμείνει ανοιχτό, τουλάχιστον ως το τέλος του 2014.

Σημειώσεις:

[1] Τον Σεπτέμβριο του 2001, η Λευκή Βίβλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Η ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορών με ορίζοντα το έτος 2010: η ώρα των επιλογών» εκτιμούσε ότι μεταξύ 1990 και 2010 οι εκπομπές CO2 που οφείλονται στις μεταφορές θα αυξηθούν κατά 50% φτάνοντας τους 1.113 εκατομμύρια τόνους, αποδίδοντας την κύρια ευθύνη στις οδικές μεταφορές, στις οποίες αναλογεί το 84 % των οφειλόμενων στις μεταφορές εκπομπών CO2. Από οικολογική σκοπιά, η Λευκή Βίβλος συνιστούσε τη μείωση της εξάρτησης από το πετρέλαιο (98% σήμερα) στον τομέα των μεταφορών με τη χρησιμοποίηση εναλλακτικών καυσίμων όπως τα βιοκαύσιμα.

[2] Τον στόχο αυτό πέτυχαν μόνο η Γερμανία (3,8%) και η Σουηδία (2,2%). Ο μέσος όρος στις χώρες της Ένωσης ήταν 1,06% το 2005 και 2,6% το 2007.

[3] Τον Νοέμβριο του 2000 στην Πράσινη Βίβλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Προς μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού», είχε τεθεί ο στόχος της υποκατάστασης κατά 20 % των συμβατικών καυσίμων με εναλλακτικά καύσιμα στον τομέα των οδικών μεταφορών μέχρι το 2020.

[4] Η παγκόσμια παραγωγή από 81 δισ. λίτρα το 2008 εκτιμάται ότι το 2020 θα φτάσει τα 172 δισ. λίτρα. Στην Ευρώπη, η παραγωγή βιοντίζελ αυξήθηκε από 5,37 δισ. λίτρα το 2006 σε 9,35 δισ. λίτρα το 2009 (αύξηση 74%), και η παραγωγή βιοαιθανόλης από 1,63 δισ. λίτρα σε 3,03 δισ. λίτρα αντίστοιχα (αύξηση 86%).

[5] Ενδεικτικά, σήμερα, στην ΕΕ παράγονται συνολικά περίπου 1.800.000 τόνοι βιοκαυσίμων (βιοντίζελ και βιοαιθανόλη). Η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία προπορεύονται κατά σειρά στο βιοντίζελ, ενώ η Ισπανία είναι πρώτη στην παραγωγή βιοαιθανόλης, με δεύτερη τη Γαλλία και τρίτη τη Σουηδία (αθροιστικά πάνω από 300.000 τόνους). Στην Ελλάδα οι ενεργειακές καλλιέργειες –κυρίως ηλίανθος, ελαιοκράμβη και σόγια– ξεπερνούν σε έκταση τα 700.000 στρέμματα, κυρίως στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (70%). Τα πρωτεία έχει ο νομός Εβρου (50% του συνόλου).

[6] Το λόμπι της βιομηχανικής γεωργίας, μεταξύ τους και η Copa-Cogeca που εκπροσωπεί τη βιομηχανοποιημένη αγροτική παραγωγή στην Ευρώπη, αντιτείνει μελέτες που αποδίδουν τις υψηλές και ασταθείς τιμές των τροφίμων όχι στην παραγωγή βιοκαυσίμων, αλλά στα παραδοσιακά δεδομένα της αγοράς: αυξομειώσεις της τιμής του πετρελαίου και των συναλλαγματικών ισοτιμιών, ακραία καιρικά φαινόμενα και ευκαιριακούς περιορισμούς της παγκόσμιας εμπορικής πολιτικής.

[7] Δείτε http://www.euractiv.com/energy/eu-report-brussels-biofuels-poli-news-530293.

[8] Η διεθνής ΜΚΟ GRAIN αναφέρει ότι μεταξύ 2002 και 2012, 170 εκατομμύρια στρέμματα έχουν «αρπαγεί» παγκοσμίως για ενεργειακές καλλιέργειες. Θα βρείτε την εξαιρετικά ενδιαφερουσα αυτή αναφορά στο http://www.grain.org/article/entries/4653-land-grabbing-for-biofuels-must-stop

[9] Σύμφωνα με σχόλιο της Oxfam, η αύξηση από την προταθείσα από την ΕΕ οροφή του 5% σε 7% αντιστοιχεί σε παραγωγή τροφής ικανή να θρέψει 69 εκατομμύρια ανθρώπους ετησίως.