Seafront and beach management.

Aιγιαλός και παραλίες…

 

 

Επίκαιρο θέμα για καλοκαιρινό τεύχος, ο λόγος όμως της αναφοράς μου, το σχετικό νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών, είναι αρνητικός.

Στις 17 Απριλίου άνοιξε για δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου «Οριοθέτηση, διαχείριση και προστασία αιγιαλού και παραλίας» που προτίθεται να αντικαταστήσει τον ισχύοντα σήμερα νόμο 2971/2001 και τις τροποποιήσεις του, ο οποίος χαρακτηρίζεται στην εισαγωγή του σχεδίου «ιδιαίτερα γραφειοκρατικός και αναποτελεσματικός». Το σχέδιο αυτό ξεσήκωσε εκτεταμένες αντιδράσεις από επιστημονικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς φορείς, που οργάνωσαν ημερίδες και εκδηλώσεις, έβγαλαν ψηφίσματα, ανήρτησαν σχόλια στη διαβούλευση (πάνω από 900, αριθμός ρεκόρ για το opengov) αλλά και σε ιστοσελίδες και blogs, και συγκέντρωσαν εκατοντάδες χιλιάδες υπογραφές για απόσυρσή του.

Συνοπτικά, οι αντιρρήσεις επικεντρώνονται στα εξής σημεία:

Οριοθέτηση αιγιαλού: Αν και σήμερα είναι οριοθετημένο λιγότερο από το 10% του αιγιαλού της χώρας, το επιστημονικό υπόβαθρο της προτεινόμενης διαδικασίας αμφισβητείται έντονα. Το Υπουργείο προτίθεται να χρησιμοποιήσει ορθοφωτοχάρτες της Κτηματολόγιο Α.Ε., βάσει των οποίων έγινε χάραξη της «Προκαταρκτικής Οριογραμμής Αιγιαλού» σε όλη τη χώρα. Στην πράξη, αυτή θα είναι η οριστική οριογραμμή, αφού τεκμαίρεται η συναίνεση των κατά τόπους κτηματικών υπηρεσιών.

Όμως στους ορθοφωτοχάρτες, εκτός από το φυσικό όριο βλάστησης, είναι αδύνατον να αναγνωριστούν ή να υπολογιστούν, λόγω εγγενών αδυναμιών της μεθόδου, πολλά άλλα στοιχεία που προέβλεπε μέχρι σήμερα η διαδικασία. Έτσι, δεν συνυπολογίζονται πλέον καθοριστικά κριτήρια όπως η βαθυμετρία και μορφολογία του βυθού, η γεωμορφολογία και το υλικό της ακτής, καθώς και τυχόν χωροταξικές ρυθμίσεις και χρήσεις γης αλλά και ειδικοί όροι περιβαλλοντικής προστασίας που επηρεάζουν την παράκτια ζώνη. Επίσης δεν παρέχεται κανένα απολύτως κριτήριο για τον καθορισμό του παλαιού αιγιαλού, αντίθετα με τα σήμερα ισχύοντα. Τέτοιες ασάφειες και περιπλοκές στο θεσμικό πλαίσιο υποσκάπτουν την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και την υγιή επιχειρηματικότητα.

Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία οριοθέτησης του αιγιαλού, νέου ή παλαιού, αντιβαίνει τη νομολογία του ΣτΕ που τονίζει ότι ο αιγιαλός δεν δημιουργείται με σχετική πράξη της Πολιτείας, αλλά αποτελεί «φυσικό φαινόμενο» για τον καθορισμό του οποίου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πολλαπλά κριτήρια.

Παράλληλα, το νομοσχέδιο επιχειρεί να φέρει, για πρώτη φορά στο ελληνικό δίκαιο, περιοριστική απαρίθμηση των λιμνών και των ποταμών με όχθη που προστατεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του. Ο σχετικός κατάλογος έχει διαμορφωθεί αυθαίρετα, χωρίς αιτιολογική μελέτη, με διαφορετικά κριτήρια για φυσικές και τεχνητές λίμνες, ενώ δεν υπάρχει πρόβλεψη για τις βαλτώδεις ή περιοδικά πλημμυρισμένες εκτάσεις.

Οριοθέτηση παραλίας: Η χάραξη της ζώνης παραλίας γίνεται δυνητική, κατά την κρίση Επιτροπής (ενώ σήμερα είναι υποχρεωτική), για έργα που απέχουν 50 μέτρα (σήμερα 100 μέτρα) από τον αιγιαλό, ενώ για τουριστικά, βιομηχανικά και «ιδιωτικά εν γένει» (!) έργα προβλέπεται «τεκμαρτή» παραλία μόλις 10 μέτρων.

Η πρόβλεψη ότι η παραλία δεν μπορεί να εισχωρεί σε «νομίμως διαμορφωμένη γραμμή δόμησης» παραλείπεται, και αναφέρεται απλώς η «διαμορφωμένη» (νόμιμα ή παράνομα) γραμμή. Σε περιπτώσεις ρυμοτομικής γραμμής που εισχωρεί σε παραλία (συνήθως παράνομα αν εξαιρεθούν κάποια παλαιά ρυμοτομικά καθεστώτα), ως «ζώνη παραλίας» θεωρείται ο δρόμος (!). Ο διαχωρισμός των διαδικασιών καθορισμού αιγιαλού και παραλίας και η ανυπαρξία χρονικής πρόβλεψης για τον καθορισμό της δεύτερης επιτρέπουν σε ιδιοκτήτες ακινήτων πέραν του αιγιαλού να ανεγείρουν κατασκευές που θα δυσχεράνουν το μεταγενέστερο καθορισμό παραλίας εξαιτίας του μεγάλου κόστους των αναγκαίων απαλλοτριώσεων. Επιπλέον προβλέπεται ότι ο ιδιοκτήτης «δύναται» (!) να αφήσει σε κοινή χρήση το τμήμα του ακινήτου που βρίσκεται μέσα στην παραλία: έτσι, η χρήση του κοινού αγαθού της παραλίας θα εξαρτάται από τη διάθεση των ιδιοκτητών των (ενδεχομένως αυθαίρετων) κατασκευών.

Στην ισχύουσα νομοθεσία, ακίνητα νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (π.χ. της Εκκλησίας) σε ζώνη παραλίας περιέρχονται χωρίς αντάλλαγμα στο κράτος. Στην προτεινόμενη νομοθεσία, παραχωρούνται χωρίς αντάλλαγμα μόνο αν έχουν καταλήξει στο ΝΠΔΔ από δωρεάν παραχώρηση του κράτους. Επίσης, διευκολύνεται η δόμηση σε μικρά οικόπεδα που εισέρχονται στη ζώνη παραλίας και θεωρούνται, κατά παρέκκλιση, άρτια αν το εμβαδό του απομένοντος υπερβαίνει το 80% του απαιτούμενου από τον νόμο. Η διάταξη, μάλιστα, έχει αναδρομική ισχύ.

Η παρόχθια ζώνη περιορίζεται σε εύρος 30 μέτρων, αυθαίρετα και χωρίς επιστημονική αιτιολογία ή οικολογικά κριτήρια, ενώ στην πραγματικότητα εξαρτάται από τα γεωμορφολογικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά κάθε υγροτόπου και δεν μπορεί να προκαθορίζεται ποσοτικά. Επίσης, η διαχείριση της παρόχθιας ζώνης (όπου αυτή αναγνωρίζεται) ανατίθεται στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης όταν υπάρχουν παρακείμενα αγροτικά ακίνητα, και όχι στο ΥΠΕΚΑ που θα έπρεπε, αφού σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για προστατευόμενες περιοχές. Ο κατακερματισμός της διαχείρισης και προστασίας του φυσικού χώρου και η επακόλουθη ασάφεια στο εκάστοτε ισχύον θεσμικό πλαίσιο είναι ένα από τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά προβλήματα στην Ελλάδα και συντηρεί την ασυδοσία και τις παρανομίες.

Νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων. Η νομιμοποίηση αυθαιρέτων σε αιγιαλό και παραλία δεν επιτρέπεται σήμερα, μάλιστα αυτά εξαιρέθηκαν από τους δύο νόμους για τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων (ν. 4014/11 και 4178/13). Με το νέο νόμο κάθε αυθαίρετο που χρησιμοποιείται για επιχειρηματικούς σκοπούς (μικρό ή μεγάλο) μπορεί να νομιμοποιηθεί με απόφαση του γενικού γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και την καταβολή προστίμου. Επίσης προβλέπεται δυνατότητα «ενσωμάτωσης» παράνομων κατασκευών σε υπό εκτέλεση έργα και νομιμοποίηση «αποκλίσεων». Ακόμα, για θέσεις που ήδη υπάρχει οριστικός καθορισμός αιγιαλού, προβλέπεται η διαγραφή και επαναχάραξή του ώστε να είναι δυνατή η νομιμοποίηση αυθαιρεσιών.

Η νομιμοποίηση μόνο με «περιβαλλοντική έκθεση» και με συνοπτική (!) γνωμοδότηση της αρμόδιας Περιφερειακής υπηρεσίας είναι αντίθετη στην ευρωπαϊκή νομοθεσία (οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 92/43/ΕΟΚ), τουλάχιστον για όσα έργα υπάγονται στην τελευταία. Το ίδιο ισχύει και για την παροχή πενταετούς προθεσμίας για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων για αυθαίρετες κατασκευές, κάτι που καθιστά διακοσμητικές τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου για επιβολή διοικητικών κυρώσεων και κατεδάφιση. Νομιμοποίηση δεν αποκλείεται και σε προστατευόμενες περιοχές (μάλιστα, για κάθε περίπτωση η προθεσμία υπαγωγής είναι νέα), με αποτέλεσμα οι παράκτιοι υγρότοποι, περιοχές του δικτύου Natura 2000, αλλά και πολλοί τόποι του Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών να απειλούνται από την αυθαίρετη δόμηση.

Παραχώρηση της χρήσης αιγιαλού και παραλίας: Το νομοσχέδιο επιδεινώνει πολλές από τις ισχύουσες ρυθμίσεις που ορίζουν σαφώς ότι η παραχώρηση της χρήσης αιγιαλού και παραλίας δεν θα πρέπει να παραβιάζει τον προορισμό τους ως κοινόχρηστο αγαθό και δεν θα πρέπει να επιφέρει αλλοίωση στη φυσική μορφολογία και τα βιοτικά στοιχεία, ότι δεν θα πρέπει να εμποδίζεται η ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση των πολιτών και ότι απαγορεύεται η παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης αιγιαλού και παραλίας. Αντ’ αυτών, αναφέρεται ότι με την πράξη παραχώρησης (δηλαδή κατά περίπτωση) «τίθενται οι αναγκαίοι όροι για τη διασφάλιση της απόλαυσης εκ μέρους του κοινού, με τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των προσώπων στα οποία κατανέμεται η χρήση». Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου, οι όροι θα εξειδικεύονται αργότερα, με απόφαση υπουργού.

Με τη νέα νομοθεσία απαλείφεται το ανώτατο όριο παραχωρούμενης έκτασης (σήμερα 500 τ.μ.) και η διατήρηση ελευθέρων ζωνών (σήμερα 100 μέτρα) ανάμεσα σε παραχωρήσεις, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη το εύρος της παραλίας. Επιτρέπονται δραστηριότητες που προϋποθέτουν μόνιμες, πακτωμένες κατασκευές (π.χ. γήπεδα αθλοπαιδιών), οι οποίες μπορεί να παραμείνουν και μετά την εγκατάλειψη της δραστηριότητας. Το αντάλλαγμα χρήσης υπολογίζεται σύμφωνα με συντελεστή βαρύτητας περιβαλλοντικών επιπτώσεων που καθορίζει, με απροσδιόριστα κριτήρια και αμφίβολη τεχνογνωσία, ο Υπουργός Οικονομικών.

Σήμερα επιτρέπεται να γίνονται έργα για βιομηχανικούς, λιμενικούς, εμπορικούς και συγκοινωνιακούς σκοπούς, ενώ αναφέρονται ασαφώς και «άλλου είδους σκοποί». Στο νομοσχέδιο η ασάφεια επεκτείνεται σε όλους ανεξαιρέτως τους επιχειρηματικούς σκοπούς, που εγκρίνονται από τον γενικό γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Δίνεται, επίσης, για πρώτη φορά, δυνατότητα παραχώρησης θαλάσσιας ζώνης και υδάτινου στοιχείου λιμνών και ποταμών για «πάρκα αναψυχής» μέχρι 1.500 τ.μ., αλλά και νησίδων, υφάλων και σκοπέλων, για τουριστικούς και εν γένει επιχειρηματικούς σκοπούς. Μάλιστα μπορεί να γίνεται και απευθείας παραχώρηση, αν ζητηθεί από ΝΠΔΔ.

Τέλος, επιτρέπεται η επιχωμάτωση του θαλάσσιου χώρου για την εξυπηρέτηση τουριστικών επενδύσεων που κρίνονται «στρατηγικές» ή έχουν εγκριθεί ως Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ) και Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ), κατά 5 τετραγωνικά ανά κλίνη, δίχως να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που επηρεάζουν το συγκεκριμένο είδος επεμβάσεων. Επιπλέον, δεν καθορίζονται τα κριτήρια βάσει των οποίων θα υπολογίζεται το είδος, η έκταση και οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες στις περιοχές αυτές, ενώ ο υπολογισμός της έκτασης επιχωμάτωσης με βάση τον αριθμό κλινών της τουριστικής μονάδας είναι ελλιπής και μεροληπτικός.

Στο εισαγωγικό σημείωμα του Υπουργού προτάσσεται ως στόχος του νέου νόμου «… η απελευθέρωση των τεράστιων δυνατοτήτων οικονομικής ανάπτυξης της παράκτιας ζώνης … και η απλούστευση των διαδικασιών διαχείρισης και αξιοποίησης των παράκτιων, παραλίμνιων και παραποτάμιων κοινοχρήστων εκτάσεων … οι οποίες καθυστερούν για χρόνια κάθε επένδυση που απαιτεί την κατασκευή έργου …»

Όντως, φαίνεται ότι ο νέος νόμος έχει κυρίως εισπρακτικό χαρακτήρα και διευκολύνει τη νομιμοποίηση αυθαιρεσιών και την απρόσκοπτη χωροθέτηση χρήσεων που δεν είναι συμβατές με τις ανάγκες προστασίας της παράκτιας ζώνης και με τον κοινόχρηστο χαρακτήρα των παραλιών. Δεν συνυπολογίζει τις αρχές της αειφόρου ανάπτυξης, ούτε νέα, διεθνώς καθιερωμένα, επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα και αγνοεί πλήρως τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής και την αναμενόμενη άνοδο της στάθμης της θάλασσας, αλλά και τις ανθρωπογενείς πιέσεις στον παράκτιο χώρο. Επίσης, αγνοεί την οικολογική σημασία της παρόχθιας και της παράκτιας ζώνης, τις νέες γνώσεις για απειλούμενα είδη και οικοτόπους και τις σύγχρονες επιταγές για ολοκληρωμένη διαχείριση και συγκρούεται σε πολλά σημεία με την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Μπροστά στην έντονη και γενικευμένη αυτή κατακραυγή, και εν όψει των εκλογών του Μαΐου, μετά από παρέμβαση του πρωθυπουργού το Υπουργείο Οικονομικών «πάγωσε» το νομοσχέδιο ώστε η αρμόδια Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας να το αναμορφώσει και να το βελτιώσει.

Στο τέλος Ιουνίου η τελική μορφή του νομοσχεδίου δεν έχει γίνει ακόμα γνωστή. Πηγές του Υπουργείου αναφέρουν ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα σχόλια που κατατέθηκαν στη διαβούλευση αλλά και από πλήθος άλλες πλευρές, δημοσιεύματα, όμως, αναφέρουν ότι οι βασικές ρυθμίσεις (νομιμοποίηση αυθαιρέτων, επιχειρηματική εκμετάλλευση παραλιών και ειδικές χρήσεις-επιχωματώσεις) παραμένουν αμετάβλητες και οι όποιες αλλαγές είναι αδιάφορες και παραπλανητικές. Παράλληλα η κυβέρνηση τονίζει ότι το νομοσχέδιο αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση που θα πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα, λέγεται μάλιστα ότι θα προωθηθεί για ψήφιση στο θερινό τμήμα της Βουλής.

Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος αυτός επιτείνει τη ραγδαία υποβάθμιση της νομοθεσίας προστασίας του φυσικού χώρου και των φυσικών πόρων, στο όνομα μιας ασαφούς, μακροπρόθεσμα μη βιώσιμης και οικονομικά αμφισβητήσιμης «ανάπτυξης».