High altitude birds.

Πουλιά των μεγάλων υψομέτρων.

 

 

 

Οι γνώσεις μας για την υψομετρική κατανομή και τις οικολογικές απαιτήσεις των πουλιών που ζουν στα βουνά μας έχουν ακόμα κενά, ενώ ο αριθμός των ειδών που απαντώνται στην υποαλπική και αλπική ζώνη ποικίλει πολύ από βουνό σε βουνό, ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος.

Πολλά είδη εμφανίζονται σε μεγαλύτερα υψόμετρα στα νότια της χώρας από ότι στα βόρεια. Συνήθως οι υψομετρικές διαφορές δεν είναι μεγάλες και απλώς εκφράζουν το ότι οι οικολογικές συνθήκες των μέσων υψομέτρων στο νότο είναι παρόμοιες με εκείνες χαμηλότερων υψομέτρων στο βορά. Τυπικό παράδειγμα είναι ο Μαυροτσιροβάκος που φτάνει αρκετά ψηλά στη νότια Ελλάδα (αφθονεί, για παράδειγμα στις κορυφές του Υμηττού και της Πάρνηθας), απαντάται όμως χαμηλότερα στη βόρεια. Για κάποια είδη οι διαφορές είναι πολύ μεγάλες, και ενδεχομένως ανεξήγητες με βάση μόνο τις οικολογικές παραμέτρους. Έτσι, το Βλαχοτσίχλονο στη Μακεδονία και Θράκη εμφανίζεται σχεδόν από το επίπεδο της θάλασσας, στη Στερεά όμως και την Πελοπόννησο απαντάται αποκλειστικά πάνω από το δασοόριο – παραδόξως, στην Κρήτη η κατανομή του εκτείνεται από τη θάλασσα ως τα 1.200 μέτρα.

Κάποια είδη επηρεάζονται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Η παρουσία των κοπαδιών στα θερινά βοσκοτόπια προσήλκυε τα Όρνια, τους Γυπαετούς και τους Χρυσαετούς που φωλιάζουν και σε πολύ χαμηλότερες θέσεις. Περιστασιακές πηγές τροφής, σκουπιδότοποι ή στάνες το καλοκαίρι, τραβούν είδη όπως τα Κοράκια, ακόμα και Ασημόγλαρους που ενίοτε παρατηρούνται να πετούν σε μεγάλα υψόμετρα, ιδιαίτερα σε βουνά που βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, όπως ο Όλυμπος, ο Άθως, τα Λευκά Όρη, κ.ά.

Η έντονη πίεση από το κυνήγι έχει σπρώξει την Πετροπέρδικα στα μεγαλύτερα υψόμετρα και τα πιο απόκρημνα σημεία, ενώ όπου απαγορεύεται το κυνήγι της, όπως στον Άθω και περιοχές της Φωκίδας, φτάνει μέχρι και το επίπεδο της θάλασσας. Αντίστοιχα, στην Κρήτη η Νησιώτικη Πέρδικα είναι πιο κοινή σε ορεινές περιοχές, στα βράχια του Γιούχτα, για παράδειγμα, και στις πλαγιές των μεγάλων ορεινών όγκων, από ότι στα πεδινά και την παράκτια ζώνη όπου η δίωξη είναι έντονη.

Τους καλοκαιρινούς μήνες στα χορταριασμένα λιβάδια, τις γυμνές πλαγιές, τα ανεμοδαρμένα βράχια και τους γκρεμούς πάνω από το δασοόριο ο επισκέπτης θα συντήσει αρκετά είδη. Κάποια από αυτά, όπως ο Σταχτοπετρόκλης, το Φανέτο, ο Σπίνος, ο Καρβουνιάρης, η Δενδροκελάδα, η Πετροπέρδικα, φωλιάζουν και χαμηλότερα.

Κάποια άλλα, ο Χιονοψάλτης, η Χιονάδα, ο Χιονόστρουθος, ο Τοιχοδρόμος, ο Πυρροκότσυφας και η Κιτρινοκαλιακούδα είναι στενά εξαρτημένα από τα αλπικά ενδιαιτήματα. Τα τελευταία, τα πραγματικά είδη των μεγάλων υψομέτρων (δεν είναι περίεργο ότι το πρώτο συνθετικό στα τρί ονόματα είναι το χιόνι), είναι συχνά δύσκολο να εντοπιστούν το καλοκαίρι, καθώς οι πληθυσμοί τους είναι μικροί και διάσπαρτοι, συνήθως στα ψηλότερα και πιο απρόσιτα σημεία. Αντίθετα, το χειμώνα κατεβαίνουν χαμηλότερα, μερικά ακόμα και κάτω από το δασοόριο αν υπάρχουν κατάλληλα ενδιατήματα, ενώ κάποια παρατηρούνται τακτικά γύρω από εγκαταστάσεις χιονοδρομικών κέντρων. Ο Πυρροκότσυφας είναι αποδημητικός.

Χιονοψάλτης (Prunella collaris)

Λίγο μεγαλύτερος από τον συγγενικό του Θαμνοψάλτη, ο Χιονοψάλτης απαντάται στα περισσότερα από τα μεγάλα βουνά μας, από την Πελοπόννησο ως τη Μακεδονία, καθώς και στα βουνά της Κρήτης και στη Σαμοθράκη. Φωλιάζει πάνω από τα 2.000 μέτρα, σε βραχώδεις πλαγιές με χαμηλή βλάστηση και αραιούς θάμνους. Στην Κρήτη εμφανίζεται πάνω από το όριο των δρυοδασών, από τα 1.400 μέτρα ως τις ψηλότερες κορυφές. Είναι κοινωνικό είδος και σχηματίζει μικρά κοπάδια, ακόμα και την αναπαραγωγική περίοδο, ενώ έχει αναφερθεί και ομαδικό κούρνιασμα σε σπηλιές.

Ενδιαφέρουσα είναι η πολυγαμική αναπαραγωγική συμπεριφορά τους, καθώς τις επικράτειες καταλαμβάνουν ομάδες 3-4 αρσενικών με 3-4 θυληκά. Τα πουλιά δεν έχουν συγγένεια μεταξύ τους και υπάρχει ένα κυρίαρχο αρσενικό, που είναι συνήθως το μεγαλύτερο σε ηλικία. Τα θηλυκά επιδιώκουν να ζευγαρωσουν με όλα τα αρσενικά, αν και το κυρίαρχο αρσενικό ενδέχεται να τα απωθεί. Έρευνες με ανάλυση γενετικού υλικού έδειξαν ότι τα θηλυκά ανατρέφουν στη φωλιά μόνο τους δικούς τους νεοσσούς, αν και μπορεί να προέρχονται από διαφορετικούς πατέρες. Τα αρσενικά φέρνουν τροφή σε διάφορες φωλιές μέσα στη ομάδα, ανάλογα με το αν έχουν ζευγαρώσει με τα συγκεκριμένα θηλυκά. Το χειμώνα μετακινούνται σε χαμηλότερα υψόμετρα, ενίοτε και αρκετά χαμηλά.

Χιονάδα (Eremophila alpestris)

Η Χιονάδa εχει διάσπαρτη κατανομή στο βόρειο ημισφαίριο. Απανατά σε όλη σχεδόν τη βόρεια Αμερική (ενώ υπάρχει και ένας απομονωμένος πληθυσμός σε μεγάλο υψόμετρο στην Κολομβία), στην τούνδρα της Ευρασίας, όπου φωλιάζει στο επίπεδο της θάλασσας, και σε μεγάλα υψόμετρα στα βουνά της νότιας Ευρώπης και της κεντρικής Ασίας. Οι πληθυσμοί της βόρειας Ευρώπης είναι μεταναστευτικοί, και τα πουλιά εμφανίζονται κυρίως σε παραλίες (εξ ου και το αγγλικό όνομα Shore Lark), ενώ στα νότια είναι επιδημητικοί.

Τα ελληνικά πουλιά ανήκουν στο υποείδος E. a. balcanica και απαντούν στις ψηλότερες κορυφές της ηπειρωτικής χώρας, από τον Ταΰγετο ως και το Φαλακρό, πάνω από τα 2.000 μέτρα. Το χειμώνα μετακινούνται για να αποφύγουν το παχύ χιόνι, σπάνια όμως μετακινούνται πολύ χαμηλά, ενώ συχνά εμφανίζονται και σε χιονοδρομικά κέντρα αναζητώντας τροφή.

Χιονόστρουθος (Montifringila nivalis)

Ίσως το πιο «ορεινό» και πιο δυσεύρετο από τα πουλιά της χώρας μας. Ο Χιονόστρουθος απαντά κυρίως στις ψηλότερες βουνοκορφές της Πίνδου, από τον Σμόλικα ως τον Παρνασσό και τα Βαρδούσια, και σε μερικά ακόμα βουνά, όπως ο Βόρας, ο Όλυμπος και η Ζήρεια. Φωλιάζει πάνω από τα 2.000 μέτρα, κυρίως σε σχισμές βράχων. Ακόμα και το χειμώνα πολύ σπάνια κατεβαίνει χαμηλα, είναι όμως άφοβος και μπορεί να τον βρείτε γύρω από ορειβατικά καταφύγια και χιονοδρομικά κέντρα, όπου ψάχνει για τροφή. Αν και δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός εκτιμάται σε περίπου 100 ζευγάρια.

Τοιχοδρόμος (Tichodroma muraria)

Άλλο ένα «ακριβοθώρητο» είδος που ζει σε δυσπρόσιτο ενδιαίτημα – σε ορθοπλαγιές, γκρεμούς και μεγάλους κατακόρυφους βράχους, με λιγοστή βλάστηση, συνήθως κοντά σε νερό. Απαντά διάσπαρτα σε λιγοστά σημεία της Πίνδου μέχρι και τον Παρνασσό, σε τρία βουνά της Πελοποννήσου, στον Όλυμπο, σε λίγα βουνά της Μακεδονίας, και στο όρος Υψάριο στη Θάσο. Με λίγες εξαιρέσεις στη βόρεια Ελλάδα (όπως στη Θάσο) φωλιάζει αποκλειστικά στην αλπική ζώνη, πάνω από τα 1.900 μέτρα, σε κοιλώματα βράχων. Σε κάποια ελληνικά βουνά, όπως ο Ταΰγετος και το Φαλακρό (όπου φωλιάζει μέσα στο σπηλαιοβάραθρο Χιονότρυπα), δεν υπάρχει τρεχούμενο νερό, που είναι χαρακτηριστικό του ενδιαιτήματός του σε άλλα μέρη της Ευρώπης.

Το σταχτόχρωμο φτέρωμά του και το μικρό του μέγεθος κάνει τον εντοπισμό του δύσκολο καθώς κινείται ασταμάτητα πάνω στα βράχια, ψάχνοντας στις οπές και σχισμές για έντομα. Όταν όμως ανοίξει τις φτερούγες του, με τα αιματέρυθρα, μαύρα και λευκά σχέδια, κυριολεκτικά μεταμορφώνται. Το πέταγμά του, μάλιστα, ανάλαφρο και κυματιστό με σύτομα αερογλιστρήματα, θυμίζει περισσότερο μια τεράστια πολύχρωμη πεταλούδα, παρά πουλί.

Το χειμώνα κατεβαίνει αρκετά χαμηλά, και μπορεί να τον βρείτε σε κτήρια, κάστρα και νταμάρια. Υπάρχουν παρατηρήσεις στους Δελφούς, στην Αρκόπολη, στη Μονεμβασιά, στο Μυστρά, στη Βαράσσοβα, στην Πύλο, αλλά και σε νησιά όπως η Κέρκυρα, τα Κύθηρα και η Χίος.

Πυρροκότσυφας (Monticola saxatilis)

Η κατανομή του Πυρροκότσυφα εκτείνεται από τη νότια Ευρώπη ως την κεντρική Ασία και τη βόρεια Κϊνα. Όλοι οι πληθυσμοί διαχειμάζουν στην Αφρική, νότια από τη Σαχάρα. Στη χώρα μας, φωλιάζει πάνω από τα 1.500 μέτρα, ως τις κορυφές, στα αλπικά λιβάδια και σε βραχώδεις πλαγιές και σάρες.

Απαντά στα περισσότερα μεγάλα βουνά της ηπειρωτικής χώρας μέχρι και την Πελοπόννησο, αλλά και στη Θάσο, Σαμοθράκη και Σάμο. Σπάνια θα τον δείτε εκτός της αναπαραγωγικης περιόδου, και πάντα μεμονωμένα άτομα που μπορεί να εμφανιστούν και σε χαμηλά υφόμετρα.

Κιτρινοκαλιακούδα (Pyrrhocorax graculus)

Η κατανομή της Κιτρινοκαλιακούδας εκτείνεται από τα βουνά της Ισπανίας ως τα Ιμαλάια και τη δυτική Κϊνα. Στη σώρα μας είναι επιδημητική στις ψηλότερες κορυφές της Πίνδου ως τον Παρνασσό, στον Όλυμπο, στον Βόρα, στα βουνά της ανατολικής Μακεδονίας από τον Όρβηλο ως το Παγγαίο και στην Ίδη και τα Λευκά Όρη της Κρήτης. Θα την συναντήσετε πάνω από τα 1.500 μέτρα, συνήθως σε κοπάδια (συχνά πολλές δεκάδες άτομα) που γυροπετούν πάνω από τις κορυφές, τις απότομες κόψεις και τους γκρεμούς, ή επιδίδονται σε εντυπωσιακές εναέριες ακροβασίες, βουτιές, αναστροφές, περιδινησεις και βυθίσεις με μαζεμένες τις φτερούγες.

Τρέφεται με έντομα το καλοκαίρι, και καρπούς και σπόρους το χειμώνα (στο Φαλακρό, νωρίς την άνοιξη, τις έχουμε δει να τρώνε τα άνθη των κίτρινων κρόκων) και δε διστάζει να προσεγγίσει μαντριά ή χιονοδρομικά κέντρα. Φωλιάζει σε απρόσιτους γκρεμούς, πάντα σε μικρή απόσταση από τα ορεινά λιβάδια. Μάλιστα είναι το είδος που έχει φωλιάσει στο μεγαλύτερο υψόμετρο (6.500 μέτρα) και έχει καταγραφεί στα 8.200 μέτρα στο Έβερεστ. Το χειμώνα μετακινείται χαμηλότερα, ανάλογα με τη χιονοκάλυψη, ακόμα και μέχρι τη θάλασσα, πάντα όμως επιστρέφει για κούρνια στην αλπική ζώνη.

Ξεχωρίζει από τη συγγενική της Κοκκινοκαλιακούδα (που συνήθως απαντά σε χαμηλότερα υψόμετρα, εκτός από την Κρήτη, όπου φτάνει μέχρι και τα 2.300 μέτρα) κυρίως από το έντονο κίτρινο χρώμα του ράμφους, και μικρές διαφορές στο σχήμα των φτερούγων και της ουράς.