Do we ever learn from our mistakes?

Μαθαίνουμε από τα λάθη μας;

 

 

Σε παλαιότερο (τεύχος 126, Ιούλιος 2009) είχα αναφερθεί στη δραματική μείωση των γυπών στην Ινδική υποήπειρο μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990.

Μεταξύ 1992 και 2007 ο συνολικός πληθυσμός τεσσάρων ειδών που απαντούσαν στην Ινδία, Πακιστάν και Νεπάλ (Gyps indicus, G. tenuirostris, G. bengalensis και Sarcogyps calvus) μειώθηκε κατά 99%, από περισσότερα των 10.000.000 ατόμων σε λιγότερα από 100.000. Ο «ένοχος» για την άνευ προηγουμένου (σε ταχύτητα, μεγέθος και γεωγραφική έκταση) αυτή μεταβολή εντοπίστηκε αδιαμφισβήτητα, μετά από εκτεταμένες έρευνες. Ήταν η δικλοφενάκη (diclofenac), ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες, δραστική ουσία πολλών αναλγητικών που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση οξέων και χρόνιων πόνων και φλεγμονών.

Η δικλοφενάκη χρησιμοποιείτο κατά κόρον, λόγω χαμηλού κόστους, κυρίως στα βοοειδή, σε αυτές τις χώρες και «περνούσε» στους γύπες όταν κατανάλωναν νεκρά ζώα στα οποία είχε χορηγηθεί. Η ουσία αυτή προκαλεί ταχύτατα μη αντιστρεπτές νεφρικές βράβες στους γύπες (ιδιαίτερα του γένους Gyps), ακόμα και σε μικρές δόσεις και έχει διαπιστωθεί ότι ένα και μόνο περιστατικό έκθεσης σε αυτή μπορεί να σκοτώσει μεγάλοαριθμό γυπών. Επιπλέον, η δικλοφενάκη διασπάται πολύ αργά στα βοοειδή και τους χοίρους, κάτι που σημαίνει ότι ακόμα και μετά από αρκετές μέρες ένα ζώο στο οποίο έχει χορηγηθεί εξακολουθεί να είναι πολύ επικίνδυνο.

Η μείωση των γυπών είχε πολλαπλές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, λόγω της μη απομάκρυνσης νεκρής βιομάζας. Η αύξηση των αδέσποτων σκύλων (που κατανάλωναν τα νεκράζώα στη θέση των γυπών) ήταν τεράστια και οδήγησε σε πολύ μεγάλη αύξηση των κρουσμάτων μολυσματικών ασθενειών, ιδιαίτερα λύσσας (που ενδημεί στην Ινδία).

Επιστήμονες και ορνιθολογικές οργανώσεις ξεκίνησαν μια τεράστια εκστρατία για την απαγόρευση της κτηνιατρικής χρήσης της δικλοφενάκης και την υποκατάστασή της με τη συγγενική μελοξικάμη (meloxicam) που φαίνεται ότι δεν επηρεάζει τους γύπες. Οι προσπάθειά τους ήταν επιτυχής, όμως και τα τέσσερα είδη των γυπών παραμένουν κρίσμως κινδυνεύοντα και η ανάκαμψη των πληθυσμών θα χρειαστεί δεκαετίες, ακόμα και υπό ιδανικές συνθήκες.

Μετά το παράδειγμα της Ινδίας, οι προσπάθειες στράφηκαν στο να εμποδιστεί η κτηνιατρική χρήση της δικλοφενάκης στην Αφρική, όπου υπάρχουν αντίστοιχα μεγάλοι πληθυσμοί γυπών. Λόγω της σταδιακής στροφής προς μοντέρνες κτηνοτροφικές πρακτικές, αλλά και της έλλειψης ελεγκτικών μηχανισμών για τη χρήση φαρμακευτικών σκευασμάτων σε πολλές χώρες της μαύρης ηπείρου, είναι προφανής ο κίνδυνος από τη ραγδαία εξάπλωσης ενός φτηνού κτηνιατρικού φαρμάκου.

Στο διάστημα αυτό κανείς δεν ασχολήθηκε με το τι συνέβαινε στην Ευρώπη, καθώς όλοι θεωρούσαν ότι υπάρχει επαρκής πληροφόρηση και ρύθμιση της χρήσης κτηνιατρικών φαρμάκων.

Και όμως. Οι ορνιθολόγοι πρόσφατα διαπίστωσαν με έκπληξη ότι το diclofenac παρασκευάζεται στη Ιταλία εδώ και χρόνια και η χρήση του επιτέπεται σε βοοειδή, χοίρους και ιπποειδή με το εμπορικό όνομα Reuflogin. Το 2013 η γενική Διεύθυνση Υγείας και Προστασίας Καταναλωτών (DG SANCO) επέτρεψε την παραγωγή και χρήση του και στην Ισπανία, τη χώρα που φιλοξενεί το 90% των Όρνιων, το 97% των Μαυρογυπών, το 67% των Γυπαετών και το 85% των Ασπροπάρηδων της ηπείρου μας. Από τα υπάρχοντα στοιχεία φαίνεται ότι εξάγεται στην Τσεχία, τη Λετονία, την Εσθονία, τη Σερβία και την Τουρκία.

Ο κίνδυνος είναι προφανής, ιδίατερα για τις Βαλκανικές χώρες, στις περισσότερες των οποίων οι γύπες έχουν ήδη μειωθεί σημαντικά.

Στην Ελλάδα ο Ασπροπάρης έχει υποστεί δραματική μείωση και αριθμεί πλέον λιγότερα από 15 ζευγάρια. Στην ηπειρωτική χώρα το Όρνιο βρίσκεται στα όρια της εξαφάνισης και οι εναπομένοντες εδώ πληθυσμοί του χαρακτηρίζονται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Ζώων της Ελλάδας ως «Κρισίμως Κινδυνεύοντες», σε αντίθεση με εκείνον της Κρήτης που αυξάνεται. Ο Γυπαετός απαντά μόνο στην Κρήτη και χαρακτηρίζεται ως «Κρισίμως Κινδυνεύων» και ο Μαυρόγυπας θεωρείται «Κινδυνεύων».

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι η επιβίωση του μοναδικού στα Βαλκάνια πληθυσμού Μαυρόγυπα, που βρίσκεται στον Έβρο, εξαρτάται κυριως από τη λειτουργία του χώρου συμπληρωματικής τροφοδοσίας στη Δαδιά. Η ταΐστρα της Δαδιάς τροφοδοτείται τα τελευταία 4-5 χρόνια κυρίως με υπολείμματα χοίρων από σφαγεία, αλλά και με βοοειδή, αιγοπρόβατα και ιπποειδή. Εκεί μεταφέρονται περίπου 40-50 τόνοι τροφής ετησίως, των οποίων το 60-70% (τα βρώσιμα μέρη) καταναλώνεται από τους γύπες. Εκτός από τους Μαυρόγυπες, σε αυτό το χώρο τρέφονται Ασπροπάρηδες καθώς και Όρνια που έρχονται από τη γειτονική Βουλγαρία, αλλά και όλη τη Βαλκανική χερσόνησο, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες. Στην υπόλοιπη Ελλάδα έχει ξεκινήσει ή πρόκειται να ξεκινήσει η λειτουργεία τριών ακόμα χώρων συμπληρωματικής τροφοδοσίας γυπών. Η χώρα μας, λοιπόν, φέρει μεγάλη ευθύνη αν οι δράσεις άμεσης προστασίας των γυπών καταλήξουν σε απειλή για τη ζωή τους λόγω της παρουσίας δικλοφενάκης σε ζώα στην περίπτωση μελλοντικής έγκρισής της στην Ελλάδα, ή επειδή τα ζώα αυτά μπορεί να προέρχονται από χώρες στις οποίες επιτρέπεται η χρήση της.

Ευρωπαικές οργανώσεις όπως η RSPB, το Vulture Conservation Foundation και η BirdLife Europe, θεωρούν ότι η έγκριση κτηνιατρικής χρήσης της δικλοφενάκης στην Ισπανία και την Ιταλία βασίζεται σε βαθύτατα εσφαλμένη αξιολόγηση κινδύνου και ήδη πιέζουν για ολική απαγόρευσή της στην Ευρώπη.

Στην Ελλάδα, οι συνεργαζόμενες για την αντιμετώπιση των δηλητηρίων οργανώσεις ΑΝΙΜΑ, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΕΕΠΦ, Ορνιθολογική, Καλλιστώ, WWF-Ελλάς και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, απηύθυναν, στις αρχές Μαρτίου, κοινή επιστολή προς τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων. Με αυτή ενημέρωσαν τους δύο αρμόδιους φορείς για το θέμα και την ανάγκη λήψης των απαραίτητων μέτρων για τη διατήρηση των πληθυσμών των γυπών σε ικανοποιητικό επίπεδο.

Ανέφεραν επίσης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 35 της οδηγίας 2001/82/ΕΚ, κάθε κράτος-μέλος μπορεί να ξεκινήσει διαδικασία για την απόσυρση ενός εγκριθέντος κτηνιατρικού φαρμάκου αν κρίνει ότι επηρεάζει τα συμφέροντα της Ένωσης. Τα άγρια πουλιά είναι είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος, όπως αναφέρεται και στο προοίμιο της Οδηγίας για τους Οικοτόπους (92/43/ΕΟΚ) και επομένως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αυτής της διάταξης.

Επειδή οι επιπτώσεις της δικλοφενάκης στους γύπες συνιστούν επαρκή βάση, οι οργανώσεις παροτρύναν για έναρξη της διαδικασία παραπομπής για την κτηνιατρική χρήση δικλοφενάκης, ζητώντας την ανάκληση της άδειας χρήσης της σε Ιταλία και Ισπανία.

Στον αντίποδα της αδικαιολόγητης και επικίνδυνης αυτής αποφασης των οργάνων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής βρίσκεται η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου σχετικά με τον νέο Κανονισμό για το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό.

Ο προτεινόμενος Κανονισμός, που θα αντικαταστήσει όλες τις σχετικές Οδηγίες και άλλα νομοθετήματα, είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και διαμαρτυρίες από ιδιώτες, οργανώσεις καταναλωτών και αγροτών, ακόμα και κάποιες κυβερνήσεις κρατών-μελών. Αυτό γιατί περιορίζει τις εναλλακτικές γεωργικές πρακτικές και το δικαίωμα των αγροτών να μην αγοράζουν σπόρους από το εμπόριο, θέτει σε κίνδυνο τη διατήρηση παραδοσιακών ποικιλιών και, κατ’ επέκταση, της βιοποικιλότητας, και απειλεί τη διατροφική ασφάλεια αφού είναι διαμορφωμένος σύμφωνα με τις ανάγκες της βιομηχανικής, εξαρτημένης από αγροχημικά γεωργίας και τα συμφέροντα των εταιριών παραγωγής σπόρων (βλ. τεύχος 142, Ιούλιος 2013). Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κανονισμός είναι μη-μεταβλητό νομοθέτημα που δεσμεύει απόλυτα τα κράτη-μέλη, σε αντίθεση με τις Οδηγίες που θέτουν στόχους τους οποίους τα κράτη-μέλη μπορούν να προσεγγίσουν με διαφορετικούς τρόπους.

Στις 30 Ιανουαρίου, σχεδόν ομόφωνα η Επιτροπή Περιβάλλοντος –η μεγαλύτερη νομοθετική επιτροπή του Κοινοβουλίου- υπερψήφισε τροπολογία που κατέθεσε ο ευρωβουλευτής Κρίτων Αρσένης για απόρριψη του Κανονισμού. Στις 11 Μαρτίου η ολομέλεια του Κοινοβουλίου, με 511 ψήφους υπέρ έναντι 130 κατά, υιοθέτησε απόφαση νομοθετικού περιεχομένου (legislative resolution) με την οποία απορρίπτει τον Κανονισμό και ζητά από την Επιτροπή να φέρει νέο προς έγκριση.

Η απόφαση αυτή, που χαιρετίστηκε θετικά σε όλη την Ευρώπη, ενέχει ένα μεγάλο κίνδυνο. Ενδέχεται, υπό την ασφυκτική πίεση των μεγάλων εταιριών, το νέο σχέδιο Κανονισμού να είναι χειρότερο από το πρώτο, και η διαπραγμάτευση να ξεκινήσει από δυσμενέστερη βάση.

Μένει να δούμε αν τελικά μπορούμε να μάθουμε από τα λάθη μας.