The cost of species extinction.

Το κόστος της απώλειας ειδών.

 

 

Στο προηγούμενο τεύχος μας, ο Επίτροπος Σταύρος Δήμας αναφέρθηκε στον υψηλό ρυθμό απώλειας της βιοποικιλότητας παγκοσμίως. Για τους περισσότερους από εμάς η εξαφάνιση ενός είδους συνδέεται, συνήθως, με την εγγενή αξία της ύπαρξής του, θεωρητική και δύσκολα «μετρήσιμη», ή τη διαταραχή κάποιου φυσικού κύκλου ή των λειτουργιών ενός οικοσυστήματος.

Σε άλλες όμως χώρες και άλλες κουλτούρες η απώλεια ειδών έχει συχνά «χειροπιαστά» αποτελέσματα και άμεσες, σημαντικές επιπτώσεις στον οικονομικό τομέα, στη δημόσια υγεία, ακόμα και σε πνευματικό ή θρησκευτικό επίπεδο.

Ένα παράδειγμα είναι η δραματική μείωση του αριθμού των γυπών στην Ινδία. Μεταξύ 1992 και 2007 ο συνολικός πληθυσμός των τριών ειδών που απαντούν εκεί (Gyps indicus, G. tenuirostris και G. bengalensis) μειώθηκε κατά 99%, από περίπου 10.000.000 άτομα σε μόλις 75.000. Μεταβολή τέτοιου μεγέθους, με τέτοια ταχύτητα και σε τόσο μεγάλη γεωγραφική έκταση δεν έχει προηγούμενο και, μετά από εκτεταμένες έρευνες, εντοπίστηκε ένας και μοναδικός «ένοχος». Το κτηνιατρικό φάρμακο diclofenac, ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες που χορηγείτο κατά κόρον, κυρίως στα βοοειδή, σε όλη τη χώρα, και το οποίο «περνούσε» στους γύπες όταν κατανάλωναν νεκρές αγελάδες. Αντίστοιχη μείωση παρατηρήθηκε και στα γειτονικά Πακιστάν και Νεπάλ.

Όπως αναφέρθηκε στο άρθρο για τους γύπες, επίσης στο προηγούμενο τεύχος μας, τα πτωματοφάγα πουλιά σε αναπτυσσόμενες χώρες έχουν ουσιαστικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων και είναι, κυριολεκτικά, ένας φυσικός πόρος.

Καταναλώνοντας τα ψοφίμια, οι γύπες στην Ινδία αφαιρούσαν μια σημαντική πηγή μόλυνσης και πιθανής μετάδοσης μικροβίων και ασθενειών, τόσο σε άλλα οικόσιτα ή άγρια ζώα όσο και σε ανθρώπους. Με τη μείωση των γυπών, το ρόλο του «καθαριστή» ανέλαβαν τα σκυλιά. Στην περίοδο 1992-2007 μελέτες έδειξαν ότι ο αριθμός των αδέσποτων σκύλων στη χώρα αυξήθηκε, από 21 σε περίπου 29 εκατομμύρια άτομα, παρά τα προγράμματα στείρωσης. Η Ινδία αναφέρει το μεγαλύτερο αριθμό κρουσμάτων λύσσας παγκοσμίως, προερχόμενα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από δήγματα σκύλων (π.χ. 17 εκατομμύρια δήξεις από σκύλους το 2003). Το προαναφερθέν διάστημα τα στοιχεία των υπηρεσιών υγείας έδειξαν αύξηση του αριθμού των ατόμων που ζήτησαν θεραπεία (γιατί δεν έχουν πρόσβαση σε περίθαλψη όλοι όσοι δαγκώνονται) κατά περίπου 35% ετησίως, φτάνοντας σχεδόν τα 2 εκατομμύρια το 2004, με συνακόλουθη αύξηση των νοσοκομειακών δαπανών και του κόστους για θεραπεία, εμβολιασμούς κ.λπ. Εκτιμάται επίσης ότι οι επί πλέον θάνατοι από λύσσα, λόγω ακριβώς της αύξησης του αριθμού των σκύλων, για αυτή την περίοδο ανέρχονται σε περίπου 50.000. Τα κρούσματα λύσσας εντοπίζονται κυρίως στα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού, που δυσκολότερα μπορούν να αντιμετωπίσουν την απώλεια εισοδήματος από παρατεταμένη ασθένεια, νοσήλια ή από την απώλεια μέλους της οικογένειας. Υπολογίστηκε ότι το συνολικό επί πλέον κόστος (από θανάτους, απώλεια εισοδημάτων και πρόσθετες δαπάνες υγείας) έφτασε τα 38 δις δολάρια (!) για αυτή τη δεκαπενταετία.

Η εξαφάνιση όμως των γυπών έχει και άλλες οικονομικές επιπτώσεις.

Τα σκυλιά είναι πολύ λιγότερο «αποδοτικά» από τους γύπες στον καθαρισμό των ψοφιμιών και αφήνουν πάνω στο σκελετό μεγάλες ποσότητες μαλακών ιστών που αποσυντίθενται και παραμένουν ως εστία μόλυνσης (σε πολλές περιοχές αναφέρεται ρύπανση ή και μόλυνση και των υδάτων). Έτσι οι τοπικές κοινότητες επιβαρύνονται με πρόσθετες δαπάνες για την απομάκρυνση, την καύση ή την ταφή τους.

Στην Ινδία, όταν πεθαίνουν βοοειδή, εκδορείς αφαιρούν το δέρμα και το διοχετεύουν στη βυρσοδεψία. Στη συνέχεια οι γύπες καθαρίζουν τελείως το σκελετό, με αποτέλεσμα τα οστά να αφυδατώνονται και να στεγνώνουν γρήγορα, ώστε να μπορούν να συλλεγούν για τη βιομηχανία λιπασμάτων. Οι δύο αυτές ασχολίες, η εκδορά και η συλλογή των οστών, ασκούνται παραδοσιακά από την αρχαιότητα, στο πλαίσιο της Ινδικής κουλτούρας, από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων για τους πολύ φτωχούς. Η απομάκρυνση και καταστροφή των πτωμάτων ή ο «πλημμελής» καθαρισμός τους από τις σάρκες έχει σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο σε αυτά τα δύο «επαγγέλματα».

Η εξαφάνιση των γυπών έχει επιδράσεις και στον ευρύτερο τουριστικό τομέα καθώς επηρεάζει αρνητικά την, καθόλου αμελητέα, προσέλευση ορνιθοπαρατηρητών στη χώρα.

Αν και το κόστος για τις τρεις προηγούμενες επιπτώσεις δε μπορεί να υπολογιστεί, ούτε κατ’ εκτίμηση, στην οικονομική αποτίμηση θα πρέπει να συμπεριληφθεί και το κόστος των «επανορθωτικών» μέτρων. Το μόνο μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες που φαίνεται ότι δεν επηρεάζει τους γύπες είναι το meloxicam, το οποίο και σταδιακά υποκαθιστά το diclofenac, του οποίου η παραγωγή και η χρήση έχει απαγορευτεί και στις τρεις χώρες. Το κόστος του όμως είναι περίπου πενταπλάσιο από το diclofenac και το κόστος της αντικατάστασης εκτιμάται σε τουλάχιστον 100 εκατομμύρια δολάρια την επόμενη εικοσαετία.

Η μείωση ήταν τόσο γοργή που δεν άφηνε κανένα περιθώριο φυσικής ανάκαμψης των πληθυσμών. Έτσι ξεκίνησε, σε συνεργασία με διεθνείς ορνιθολογικές οργανώσεις, ένα εκτεταμένο πρόγραμμα διατήρησης και αναπαραγωγής σε αιχμαλωσία και απελευθέρωσης στη φύση. Ο στόχος είναι να διατηρηθούν τουλάχιστον 300 πουλιά σε τρία κέντρα και να απελευθερωθούν αφού πλέον έχει πλήρως καταργηθεί η χρήση του diclofenac, ώστε σταδιακά να αναπληρώσουν μέρος των απωλειών, διασπειρόμενα και αναπαραγόμενα στους κενούς οικολογικούς θώκους. Το κόστος κατασκευής των τριών κέντρων φτάνει το 1 εκατομμύριο δολάρια ενώ τα λειτουργικά τους έξοδα υπολογίζονται σε 400.000 δολάρια ετησίως.

Υπάρχει, τέλος, ακόμα και θρησκευτικός αντίκτυπος αυτής της απώλειας. Οι Parsis, μια πολύ μικρή εθνοτική και θρησκευτική μειονότητα, ασπάζονται τον Ζωροαστρισμό, έχοντας προέλευση από την Περσία. Σύμφωνα με τη θρησκεία τους, η γη, ο αέρας, το νερό και η φωτιά είναι «αγνά» στοιχεία που δεν επιτρέπεται να μολυνθούν με την ταφή ή καύση των νεκρών. Οι σωροί των νεκρών τους, λοιπόν, εκτίθενται πάνω σε ικριώματα, τους «Πύργους της Σιωπής», σε απόμερες φυσικά θέσεις, όπου και καταναλώνονται από τους γύπες και, δευτερευόντως, τα κοράκια και άλλα αρπακτικά πουλιά (αντίστοιχες πρακτικές υπάρχουν και στο Θιβέτ). Η εξαφάνιση των γυπών ανάγκασε τους Parsis να αναζητήσουν άλλες λύσεις, ενεχόμενες ασύμβατες με τις πεποιθήσεις τους.

Για να κλείσουμε με μια μικρή νότα αισιοδοξίας, φέτος, μετά από δύο χρόνια προσπαθειών, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι πρώτοι λεπτόραμφοι γύπες (G. tenuirostris) σε αιχμαλωσία!