Condemned again …

Καταδίκες και πάλι …

 

 

Οι περιβαλλοντικές επιδόσεις της Ελλάδας και η αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα των αρμοδίων φορέων της Διοίκησης απέχουν πολύ από το επιθυμητό, ιδιαίτερα στον τομέα της προστασίας ευαίσθητων οικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας.

Αυτό έχει οδηγήσει σε πολλές παραπομπές και καταδίκες της χώρας μας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για θέματα που ξεκινούν από την καθυστέρηση ενσωμάτωσης Οδηγιών στο εθνικό δίκαιο και φτάνουν στην ανεξέλεγκτη απόρριψη σκουπιδιών και τη διαχρονική εγκατάλειψη της Κορώνειας.

Πιο πρόσφατη σε αυτή τη μακρά σειρά είναι η καταδικαστική απόφαση στην υπόθεση C-600/12 «Επιτροπή κατά Ελλάδας» για τον ΧΥΤΑ Ζακύνθου (δείτε σχετικά και το δελτίο τύπου των οργανώσεων στο τεύχος 146).

Το δικαστήριο βασίζει την απόφασή του στο ότι η Ελλάδα διατήρησε σε λειτουργία τον κορεσμένο ΧΥΤΑ που βρίσκεται εντός του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Ζακύνθου (ΕΘΠΖ) και δεν πληροί τις προϋποθέσεις των Οδηγιών 2008/98/ΕΚ και 1999/32/ΕΚ (για τα απόβλητα και την υγειονομική ταφή τους), αλλά και στην ανανέωση της άδειας λειτουργίας του κατά παράβαση των προϋποθέσεων της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ (για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας).

Ο ΧΥΤΑ βρίσκεται κοντά στην παραλία των Σεκανίων, τη σημαντικότερη παραλία ωοτοκίας της χελώνας Caretta caretta στη Μεσόγειο, που αποτελεί και τη Ζώνη Α1 «Περιοχή Απολύτου Προστασίας» του ΕΘΠΖ. Τα στραγγίσματα ρέουν κατά περιόδους στις βραχώδεις πλαγιές προς τη θάλασσα, ρυπαίνοντας σοβαρά τον Κόλπο του Λαγανά. Επιπλέον, η συνεχής διασπορά ελαφρών υλικών εξ αιτίας της έλλειψης κάλυψης έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον του ΕΘΠΖ. Μάλιστα, τον Ιανουάριο του 2013, κατέρρευσε μέρος του ΧΥΤΑ σκορπίζοντας δεκάδες τόνους απορριμμάτων σε μεγάλη έκταση.

Οι περιβαλλοντικοί όροι λειτουργίας του ΧΥΤΑ είχαν λήξει από το 2006 και έκτοτε λειτουργούσε παράνομα, ενώ ο Περιφερειακός Σχεδιασμός Διαχείρισης Αποβλήτων Ιονίων Νήσων προέβλεπε τη δημιουργία νέου χώρου σε άλλη περιοχή του νησιού. Μετά από πολλές αυτοψίες και συστάσεις αρμοδίων υπηρεσιών (Επιθεωρητές Περιβάλλοντος του ΥΠΕΚΑ, Κλιμάκιο Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων), το 2011 οι αρμόδιες αρχές δεσμεύτηκαν κατ’ αρχήν για την αντιστήριξη του ΧΥΤΑ και για τη μεταφορά του και την αποκατάσταση του χώρου. Αντίθετα, και παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των οργανώσεων ΑΡΧΕΛΩΝ, MEDASSET, MOm και WWF Ελλάς που παρακολουθούν το θέμα, τελικά ανανεώθηκαν οι όροι λειτουργίας του μέχρι το 2015, κατά παράβαση της νομοθεσίας για τα ύδατα, τις βιομηχανικές εκπομπές και τη βιοποικιλότητα.

Έτσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) αποφάσισε, τον Σεπτέμβριο 2012, να παραπέμψει τη χώρα μας στο ΔΕΕ. Ενάμισι χρόνο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2014, εκδόθηκε από την Περιφέρεια Ιονίων Νήσων απόφαση τερματισμού λειτουργίας του ΧΥΤΑ, δύο μόλις ημέρες πριν την εκδίκαση της υπόθεσης στο ΔΕΕ. Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποτρέψει την καταδίκη μίας κατάστασης που διαιωνίζεται εδώ και χρόνια και για την οποία η ελληνική πλευρά είχε πολλάκις εγκληθεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα έχει ήδη καταδικαστεί για ελλιπή μέτρα προστασίας της χελώνας στη Ζάκυνθο το 2002 (υπόθεση C-130/00).

Παράλληλα, από το 2012 εκκρεμεί και παραπομπή της Ελλάδας για ελλιπή προστασία του άλλου σημαντικού βιότοπου της θαλάσσιας χελώνας στον Κυπαρισσιακό κόλπο. Η περιοχή δέχεται ισχυρότατες πιέσεις, κυρίως λόγω οικοδομικών και επιχειρηματικών συμφερόντων, και ήδη έχουν προκληθεί σημαντικές, και πιθανώς μη αντιστρεπτές, βλάβες στις αμμοθίνες (που είναι τύπος οικοτόπου προτεραιότητας) μέσα στον Τόπο Κοινοτικής Σημασίας «Θίνες Κυπαρισσίας» (Natura 2000 GR2550005). Καθώς οι αρμόδιες αρχές παρέμεναν αδρανείς θεατές, και μετά από καταγγελίες φορέων και οργανώσεων, η ΕΕ κίνησε την προδικαστική διαδικασία που κατέληξε στην αποστολή Αιτιολογημένης Γνώμης[1]. Η καθυστέρηση (παρά τις διαβεβαιώσεις του ΥΠΕΚΑ) στη λήψη μέτρων προστασίας και την έκδοση σχετικού Προεδρικού Διατάγματος (ΠΔ) οδήγησε σε παραπομπή στο ΔΕΕ για την Παράβαση 2011/2156.

Τώρα, το ΥΠΕΚΑ προωθεί με γοργούς ρυθμούς Σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος που κρίνουμε ότι θα έχει ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις, καθώς αποδέχεται τις αυθαιρεσίες και υποβαθμίζει τη σημασία και το καθεστώς προστασίας της περιοχής.

Ενδεικτικά, το σχέδιο ΠΔ: νομιμοποιεί παράνομες παρεμβάσεις (π.χ. δρόμους) και αποσιωπά την ανάγκη αποκατάστασης στοιχείων της φύσης, όπως οι θίνες που έχουν καταστραφεί με τέτοιου είδους παράνομες ενέργειες• επιτρέπει τη δόμηση πίσω από τον πυρήνα ωοτοκίας της θαλάσσιας χελώνας (η περιοχή από τον ποταμό Νέδα ως το χωριό Καλό Νερό, όπου συγκεντρώνεται το 82% των φωλιών του είδους) με ελάχιστους περιορισμούς, ικανοποιώντας έτσι αιτήματα για την ανέγερση δεκάδων κατοικιών στο παραλιακό μέτωπο ενώ ήδη για την περιοχή αυτή ισχύει αναστολή της έκδοσης οικοδομικών αδειών• επιτρέπει την κατάληψη του 30% της παραλίας με ξαπλώστρες και ομπρέλες, ακόμα και μέσα στον πυρήνα ωοτοκίας, χωρίς ποτέ να έχει γίνει αίτημα από την τοπική κοινωνία για τέτοιου είδους εκμετάλλευση• χαρακτηρίζει την περιοχή ως Περιφερειακό, και όχι Εθνικό, Πάρκο, υποβιβάζοντας έτσι την ανάγκη λήψης μέτρων προστασίας.

Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις (μεταξύ τους και η ΕΕΠΦ) απευθύνθηκαν στη Σύμβαση της Βέρνης[2], που είχε ήδη ανοίξει φάκελο για το θέμα μετά από αναφορά του MEDASSET το 2013 και είχε προβεί σε επιτόπια αξιολόγηση τον Ιούλιο του 2014. Στις 5 Δεκεμβρίου 2014, στο Στρασβούργο, η Μόνιμη Επιτροπή της Σύμβασης της Βέρνης υιοθέτησε ομόφωνα ψήφισμα[3] που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις όλες τις ρυθμίσεις του προωθούμενου ΠΔ. Χαρακτηριστικό της έντονης αντίδρασης είναι η απαίτηση για μόνιμη απαγόρευση της δόμησης στην περιοχή.

Το ψήφισμα αυτό, που ζητά τη δημιουργία θεσμικού πλαισίου που θα εξασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη αυξημένη προστασία και διατήρηση της φυσικής κατάστασης του βιοτόπου, είναι ίσως προάγγελος της μελλοντικής καταδίκης της χώρας μας.

Τέλος σε εξέλιξη βρίσκεται και προδικαστική διαδικασία για το θέμα της παράνομης χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων. Μετά την καταστροφή της αποικίας των όρνιων στα Στενά του Νέστου από σκόπιμη δηλητηρίαση, τον Φεβρουάριο 2012, οι συνεργαζόμενες οργανώσεις, με πρωτοβουλία της ΕΕΠΦ, ενημέρωσαν την Διεύθυνση Περιβάλλοντος της ΕΕ, τονίζοντας την έλλειψη μέτρων και δράσεων για τον περιορισμό του προβλήματος. Η θανάτωση άγριων ζώων με δηλητήρια είναι θέμα που απασχολεί ιδιαίτερα την Επιτροπή, η οποία και απέστειλε προειδοποιητική επιστολή προς το ΥΠΕΚΑ τον Σεπτέμβριο 2013. Φαίνεται πως οι ως τώρα απαντήσεις των αρμοδίων αρχών δεν είναι επαρκείς, οπότε η αποστολή Αιτιολογημένης Γνώμης και για αυτό το θέμα είναι πιθανή.

Και σε ανώτερα …

Σημειώσεις:

[1] Βάσει των διατάξεων του άρθρου 226 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ένωσης, αρχικά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποστέλλει επιστολή προς το κράτος-μέλος, ζητώντας ενημέρωση σχετικά με την παράβαση. Σε περιπτώσεις μη ικανοποιητικής απάντησης, η Επιτροπή αποστέλλει «Αιτιολογημένη Γνώμη» όπου αναφέρονται οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις που απορρέουν από την ενωσιακή νομοθεσία και στοιχειοθετείται η παράβαση. Αν το κράτος-μέλος δεν συμμορφωθεί η υπόθεση παραπέμπεται στο ΔΕΕ.

[2] Η Σύμβαση της Βέρνης για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος υπογράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1979 και τέθηκε σε ισχύ τον Ιούνιο του 1982. Στην Ελλάδα έχει υιοθετηθεί από το Π.Δ. 1335/83.

[3] Θα το βρείτε εδώ: http://www.coe.int/t/dg4/cultureheritage/nature/bern/Documents/2014/Press Release 5 December 2014_E.pdf

Acheloos; twenty years later.

Είκοσι χρονια Αχελώος

 

 

Αν και τα σχέδια, H έναρξη των διαδικασιών και οι πρώτες μελέτες για την εκτροπή του Αχελώου χρονολογούνται στα μέσα της δεκαετίας του 1980, οι ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που εμπόδισαν για πρώτη φορά το έργο εκδόθηκαν τον Ιούλιο 1994 (2759 και 2760).

Τότε, το αρμόδιο Ε’ Τμήμα, με πρόεδρο τον Μ. Δεκλερή, έκανε δεκτές τις αίτησεις της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρίας, της Ελληνικής Εταιρίας για την Προστασία του Περιβάλλοντος και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς και του WWF Ελλάς για ακύρωση των ΚΥΑ 16058/9-10-1991 και 61414/21-4-1992. Με αυτές είχαν εγκριθεί περιβαλλοντικοί όροι για την κατασκευή και λειτουργία αφ’ ενός μεν σήραγγας μήκους 18,5 χιλιομέτρων για τη διοχέτευση υδάτων του Αχελώου προς τη Θεσσαλία, αφ’ ετέρου δε φραγμάτων και των αντίστοιχων ταμιευτήρων καθώς και όλων των συναφών έργων στους νομούς Τρικάλων και Καρδίτσας.

Σύμφωνα με το σκεπτικό των δικαστών, για ένα τόσο «… σύνθετο και πολύπλοκο τεχνικό έργο μεγάλης κλίμακας με επιπτώσεις που μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη στο φυσικό περιβάλλον …» δεν επαρκούσαν οι ξεχωριστές ΜΠΕ για κάθε επιμέρους έργο και θα έπρεπε να γίνει συνολική μελέτη, και για τις δύο λεκάνες, «… στην οποία με την κατάλληλη επιστημονική μέθοδο θα συσχετίζονται και θα συνεκτιμώνται οι προεκτεθείσες επίμέρους συνέπειες καθώς και οι εντεύθεν απώτερες συνέπειες για το περιβάλλον προς εξεύρεση και αξιολόγηση της συνολικής επίδρασης του έργου στο περιβάλλον από την αλλοίωση του υδρολογικού ισοζυγίου μεταξύ Δυτικής Ελλάδας και Θεσσαλίας …»   Μόνο με τέτοια συνθετική μελέτη θα μπορούσαν «… να διαγνωστούν σε   όλη   τους   την   έκταση   οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εκτροπής και ενόψει αυτών, αφενός μεν να κριθεί αν είναι κάν επιτρεπτή η εκτέλεση του έργου ή αν τούτο αποκλείεται λόγω βλάβης του περιβάλλοντος, αφετέρου δε να εκτιμηθεί η αναγκαιότητα του έργου …»

Ήταν δύο ιστορικές αποφάσεις, οι οποίες εξέφραζαν το συντονισμό των κανόνων του Συντάγματος (άρθρο 24), των διεθνών συνθηκών και του ευρωπαϊκού δικαίου. Είχαν τότε καταλυτικές συνέπειες για την έννομη τάξη και την αναπτυξιακή στρατηγική, κατέστησαν το ΣτΕ αιχμή της προστασίας του περιβάλλοντος στην Ελλάδα και, παράλληλα, σηματοδότησαν τον εξευρωπαϊσμό του δικαίου περιβάλλοντος και την πλήρη εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου για την επίτευξη της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης σε σημαντικά για την εθνική οικονομία έργα υποδομής.

Είκοσι ολόκληρα χρόνια αργότερα, το ΣτΕ, με την απόφαση 26/2014 της Ολομέλειάς του, έκανε δεκτούς, για πολλοστή φορά, όλους τους λόγους ένστασης των περιβαλλοντικών οργανώσεων και των φορέων που αντιτίθενται στην εκτροπή του Αχελώου.

Σημειώστε ότι έχουν μεσολαβήσει οι ακόλουθες ακυρωτικές αποφάσεις:

Απόφαση 3478/2000. Η Ολομέλεια του ΣτΕ ακύρωσε την ΚΥΑ 23271/15-12-1995 περί έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων των έργων. Η απόφαση αυτή βασίστηκε στο ότι δεν διερευνήθηκαν εναλλακτικές λύσεις ως προς τον αριθμό, το μέγεθος και τη διάρθρωση των έργων που είναι απαραίτητα για την εκτροπή, ενώ δεν ελήφθησαν και επαρκή μέτρα προστασίας της Ιεράς Μονής Αγ. Γεωργίου Μυροφύλλου. Λόγω της θέσης και της μνημειακής του αξίας ο ναός του Αγίου Γεωργίου Μυροφύλλου, όφειλε να υπαχθεί στο εξειδικευμένο, αυστηρό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης της Γρανάδας, κάτι που δεν είχε γίνει. Στην απόφαση αυτή έγινε ξανά αναφορά στην αρχή της πρόληψης, όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 24 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία τα όργανα του Κράτους έχουν την υποχρέωση να λαμβάνουν όχι μόνο κατασταλτικά αλλά και προληπτικά τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος.

Απόφαση 1688/2005. Η Ολομέλεια του ΣτΕ ακύρωσε την ΚΥΑ 131957/19-3-2003 περί έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων των έργων, δεχόμενη ότι δεν υπήρξε σχεδιασμός για τη διαχείριση των υδάτων, όπως προβλέπεται από τις σχετικές Οδηγίες τη ΕΕ. Στην απόφαση τονιζόταν ότι ένα τόσο πολύπλοκο εγχείρημα, εθνικής εμβέλειας, με τέτοιο εύρος και συνέπειες, δεν μπορεί, κατά την έννοια του νόμου, παρά να είναι προϊόν ολοκληρωμένης διαδικασίας προγραμματισμού και όχι να στηρίζεται σε προσωρινά υποκατάστατα της διαδικασίας αυτής για μεταφορά ύδατος από ένα υδατικό διαμέρισμα σε άλλο.

Επίσης ακυρώθηκε και απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού με την οποία εγκρίθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3028/2002 η Συμπληρωματική ΜΠΕ/2002 για την κατασκευή και λειτουργία των επίμαχων έργων μερικής εκτροπής από πλευράς αρχαιολογικού νόμου

Ιδιαίτερη μνεία γινόταν για το αν έπρεπε ή όχι να συνεχιστεί το έργο. Η αιτιολογία ήταν ότι το έργο είχε σχεδιασθεί αρχικά ως «μεγάλη εκτροπή» (ταμιευτήρες στη Μεσοχώρα, τη Συκιά, την Πύλη και το Μουζάκι και σήραγγα εκτροπής), περιορίσθηκε μετά την πρώτη ακυρωτική απόφαση σε «μερική εκτροπή» (ταμιευτήρες στη Μεσοχώρα και τη Συκιά και σήραγγα εκτροπής), όμως στην Συμπληρωματική ΜΠΕ/2002 αναφερόταν και πάλι κατασκευή των Ταμιευτήρων Πύλης και Μουζακίου. Το ΣτΕ με την απόφαση αυτή ζήτησε τον οριστικό τερματισμό όλων των εργασιών.

Απόφαση 3053/2009. Η Ολομέλεια του ΣτΕ ανέβαλε την οριστική κρίση αναφορικά με την νομιμότητα του συνολικού έργου της εκτροπής υδάτων του ποταμού Αχελώου και παρέπεμψε το θέμα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) . Συγκεκριμένα απέστειλε 14 προδικαστικά ερωτήματα καθώς προέκυπταν εξαιρετικά σοβαρά ζητήματα εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ (δείτε σχετικά «Η Φύση», τεύχος 141).

Η τελευταία απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, μετά την συνεκτίμηση των απαντήσεων του ΔΕΕ, διαφοροποιείται από όλες τις προηγούμενες. Για πρώτη φορά το Δικαστήριο έκρινε, όχι μόνο βάσει της επάρκειας των μελετών, της τήρησης των νόμων και των Οδηγιών, κ.λπ., αλλά και ευθέως για την ουσία του έργου, ιδιαίτερα σε σχέση με την βιώσιμη ανάπτυξη[1].

Ειδικότερα, το Δικαστήριο αξιολόγησε συνολικά τα στοιχεία που είχαν υποβάλει όλα αυτά τα χρόνια οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, και τα θεώρησε επαρκή και αποκαλυπτικά ως προς τη θεμελίωση της παραβίασης βασικών κανόνων της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας για την προστασία και την ορθολογική αξιοποίηση των υδάτων ως φυσικών πόρων, αλλά και την προστασία των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας ως στοιχείων του οικοσυστήματος. Βάσει αυτών και κατ’ επίκληση των διδαγμάτων της κοινής πείρας διαπίστωσε ευθέως την εκτεταμένη και μη επανορθώσιμη περιβαλλοντική βλάβη που προξενεί το έργο αυτό, βλάβη προδήλως δυσανάλογη προς το προσδοκώμενο όφελος, η οποία είναι αδύνατον να αποτραπεί ή να μετριασθεί.

Τονίζεται ότι η κρίση αυτή του ΣτΕ δεν αφορά μόνο το έργο με το συγκεκριμένο σχεδιασμό και τα τεχνικά χαρακτηριστικά που είχε κατά τον τελευταίο έλεγχο νομιμότητάς του. Στην περίπτωση αυτή, θα αρκούσε για την ακύρωσή του η διαπίστωση απλώς των ειδικότερων ελλείψεων των σχετικών μελετών.

Αντίθετα, το Δικαστήριο, με αφετηρία τα πορίσματα της νομολογίας που αναπτύχθηκε τα τελευταία είκοσι χρόνια με αφορμή το έργο αυτό και τη σωρευμένη γνώση που απέκτησε από τον έλεγχο νομιμότητας των αλλεπάλληλων προσπαθειών αδειοδότησής του, θεώρησε ότι διέθετε πλέον τα δέοντα στοιχεία που του επέτρεπαν να προβεί στην ολοκληρωμένη αποτίμησή του, ώστε να δώσει συνολική και τελική απάντηση για το αν το επίμαχο εγχείρημα είναι συμβατό με την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης.

Και η απάντηση είναι ένα κραυγαλέο ΟΧΙ, και μάλιστα για όλες τις ποικίλες μορφές σχεδιασμού του έργου από το 1986 μέχρι σήμερα. Ως εκ τούτου, μετά την απόφαση αυτή του ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας, δεν υπάρχει περιθώριο επανασχεδιασμού και επανέγκρισης του έργου της εκτροπής.

Και αυτό θα περιμέναμε να είναι το αίσιο τέλος ενός μακρού και επίπονου αγώνα.

Σε μια φυσιολογική χώρα ίσως ….

Στη χώρα που ζούμε, αμέσως μετά την ανακοίνωση της απόφασης, το Υπουργείο Ανάπτυξης προωθησε την εκπόνηση «οικολογικής μελέτης βάσης» στην περιοχή των έργων της εκτροπής για την επικαιροποίηση του σχεδιασμού των έργων (δείτε σχετικά και «Η Φύση», τεύχος 141). Η μελέτη, που θα ολοκληρωθεί ως το τέλος του 2014, είχε ήδη ανατεθεί τον Δεκέμβριο του 2013 όταν ήταν ήδη γνωστή η απόφαση του ΣτΕ, χωρίς να έχει ακόμα καθαρογραφεί.

Επίσης, στις 18 Σεπτεμβρίου 2014, εγκρίθηκαν από το ΥΠΕΚΑ τα Σχέδια Διαχείρισης Υδατικών Πόρων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας, τα οποία εκκρεμούσαν για χρόνια. Στα σχέδια αυτά περιλαμβάνεται …η εκτροπή του Αχελώου. Μάλιστα τα δεδομένα σχεδιασμού και λειτουργίας των έργων εκτροπής στα εγκριθέντα σχέδια διαχείρισης έχουν τροποποιηθεί, καθώς αφορούν εκτροπή 250 εκατομμύρια μ3, ποσότητα που ουδέποτε είχε αναφερθεί και για την οποία δεν έχει προηγηθεί οποιαδήποτε μελέτη και περιβαλλοντική αδειοδότηση.

Αμετακίνητη θέση των περιβαλλοντικών οργανώσεων είναι ότι, σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ, οποιαδήποτε αναφορά στην εκτροπή θα πρέπει να απαλειφθεί και τα Σχέδια διαχείρισης να επανεγκριθούν.

Η συνέχεια και πάλι στα δικαστήρια.

 

[1] Σύμφωνα με τη νομολογία της Ολομέλειας του ΣτΕ, «παράβαση της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης μπορεί να ελεγχθεί ευθέως από τον ακυρωτικό δικαστή μόνο αν από τα στοιχεία της δικογραφίας και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι η προκαλούμενη από το έργο βλάβη για το περιβάλλον είναι μη επανορθώσιμη και έχει τέτοια έκταση και συνέπειες ώστε προδήλως να αντιστρατεύεται την ανωτέρω αρχή» (σχετικές αποφάσεις: 462-3/2010, 613/2002, 3478/2000, 1990/2007, 4491/2009, 293/2009).

 

Seafront and beach management.

Aιγιαλός και παραλίες…

 

 

Επίκαιρο θέμα για καλοκαιρινό τεύχος, ο λόγος όμως της αναφοράς μου, το σχετικό νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών, είναι αρνητικός.

Στις 17 Απριλίου άνοιξε για δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου «Οριοθέτηση, διαχείριση και προστασία αιγιαλού και παραλίας» που προτίθεται να αντικαταστήσει τον ισχύοντα σήμερα νόμο 2971/2001 και τις τροποποιήσεις του, ο οποίος χαρακτηρίζεται στην εισαγωγή του σχεδίου «ιδιαίτερα γραφειοκρατικός και αναποτελεσματικός». Το σχέδιο αυτό ξεσήκωσε εκτεταμένες αντιδράσεις από επιστημονικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς φορείς, που οργάνωσαν ημερίδες και εκδηλώσεις, έβγαλαν ψηφίσματα, ανήρτησαν σχόλια στη διαβούλευση (πάνω από 900, αριθμός ρεκόρ για το opengov) αλλά και σε ιστοσελίδες και blogs, και συγκέντρωσαν εκατοντάδες χιλιάδες υπογραφές για απόσυρσή του.

Συνοπτικά, οι αντιρρήσεις επικεντρώνονται στα εξής σημεία:

Οριοθέτηση αιγιαλού: Αν και σήμερα είναι οριοθετημένο λιγότερο από το 10% του αιγιαλού της χώρας, το επιστημονικό υπόβαθρο της προτεινόμενης διαδικασίας αμφισβητείται έντονα. Το Υπουργείο προτίθεται να χρησιμοποιήσει ορθοφωτοχάρτες της Κτηματολόγιο Α.Ε., βάσει των οποίων έγινε χάραξη της «Προκαταρκτικής Οριογραμμής Αιγιαλού» σε όλη τη χώρα. Στην πράξη, αυτή θα είναι η οριστική οριογραμμή, αφού τεκμαίρεται η συναίνεση των κατά τόπους κτηματικών υπηρεσιών.

Όμως στους ορθοφωτοχάρτες, εκτός από το φυσικό όριο βλάστησης, είναι αδύνατον να αναγνωριστούν ή να υπολογιστούν, λόγω εγγενών αδυναμιών της μεθόδου, πολλά άλλα στοιχεία που προέβλεπε μέχρι σήμερα η διαδικασία. Έτσι, δεν συνυπολογίζονται πλέον καθοριστικά κριτήρια όπως η βαθυμετρία και μορφολογία του βυθού, η γεωμορφολογία και το υλικό της ακτής, καθώς και τυχόν χωροταξικές ρυθμίσεις και χρήσεις γης αλλά και ειδικοί όροι περιβαλλοντικής προστασίας που επηρεάζουν την παράκτια ζώνη. Επίσης δεν παρέχεται κανένα απολύτως κριτήριο για τον καθορισμό του παλαιού αιγιαλού, αντίθετα με τα σήμερα ισχύοντα. Τέτοιες ασάφειες και περιπλοκές στο θεσμικό πλαίσιο υποσκάπτουν την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και την υγιή επιχειρηματικότητα.

Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία οριοθέτησης του αιγιαλού, νέου ή παλαιού, αντιβαίνει τη νομολογία του ΣτΕ που τονίζει ότι ο αιγιαλός δεν δημιουργείται με σχετική πράξη της Πολιτείας, αλλά αποτελεί «φυσικό φαινόμενο» για τον καθορισμό του οποίου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πολλαπλά κριτήρια.

Παράλληλα, το νομοσχέδιο επιχειρεί να φέρει, για πρώτη φορά στο ελληνικό δίκαιο, περιοριστική απαρίθμηση των λιμνών και των ποταμών με όχθη που προστατεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του. Ο σχετικός κατάλογος έχει διαμορφωθεί αυθαίρετα, χωρίς αιτιολογική μελέτη, με διαφορετικά κριτήρια για φυσικές και τεχνητές λίμνες, ενώ δεν υπάρχει πρόβλεψη για τις βαλτώδεις ή περιοδικά πλημμυρισμένες εκτάσεις.

Οριοθέτηση παραλίας: Η χάραξη της ζώνης παραλίας γίνεται δυνητική, κατά την κρίση Επιτροπής (ενώ σήμερα είναι υποχρεωτική), για έργα που απέχουν 50 μέτρα (σήμερα 100 μέτρα) από τον αιγιαλό, ενώ για τουριστικά, βιομηχανικά και «ιδιωτικά εν γένει» (!) έργα προβλέπεται «τεκμαρτή» παραλία μόλις 10 μέτρων.

Η πρόβλεψη ότι η παραλία δεν μπορεί να εισχωρεί σε «νομίμως διαμορφωμένη γραμμή δόμησης» παραλείπεται, και αναφέρεται απλώς η «διαμορφωμένη» (νόμιμα ή παράνομα) γραμμή. Σε περιπτώσεις ρυμοτομικής γραμμής που εισχωρεί σε παραλία (συνήθως παράνομα αν εξαιρεθούν κάποια παλαιά ρυμοτομικά καθεστώτα), ως «ζώνη παραλίας» θεωρείται ο δρόμος (!). Ο διαχωρισμός των διαδικασιών καθορισμού αιγιαλού και παραλίας και η ανυπαρξία χρονικής πρόβλεψης για τον καθορισμό της δεύτερης επιτρέπουν σε ιδιοκτήτες ακινήτων πέραν του αιγιαλού να ανεγείρουν κατασκευές που θα δυσχεράνουν το μεταγενέστερο καθορισμό παραλίας εξαιτίας του μεγάλου κόστους των αναγκαίων απαλλοτριώσεων. Επιπλέον προβλέπεται ότι ο ιδιοκτήτης «δύναται» (!) να αφήσει σε κοινή χρήση το τμήμα του ακινήτου που βρίσκεται μέσα στην παραλία: έτσι, η χρήση του κοινού αγαθού της παραλίας θα εξαρτάται από τη διάθεση των ιδιοκτητών των (ενδεχομένως αυθαίρετων) κατασκευών.

Στην ισχύουσα νομοθεσία, ακίνητα νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (π.χ. της Εκκλησίας) σε ζώνη παραλίας περιέρχονται χωρίς αντάλλαγμα στο κράτος. Στην προτεινόμενη νομοθεσία, παραχωρούνται χωρίς αντάλλαγμα μόνο αν έχουν καταλήξει στο ΝΠΔΔ από δωρεάν παραχώρηση του κράτους. Επίσης, διευκολύνεται η δόμηση σε μικρά οικόπεδα που εισέρχονται στη ζώνη παραλίας και θεωρούνται, κατά παρέκκλιση, άρτια αν το εμβαδό του απομένοντος υπερβαίνει το 80% του απαιτούμενου από τον νόμο. Η διάταξη, μάλιστα, έχει αναδρομική ισχύ.

Η παρόχθια ζώνη περιορίζεται σε εύρος 30 μέτρων, αυθαίρετα και χωρίς επιστημονική αιτιολογία ή οικολογικά κριτήρια, ενώ στην πραγματικότητα εξαρτάται από τα γεωμορφολογικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά κάθε υγροτόπου και δεν μπορεί να προκαθορίζεται ποσοτικά. Επίσης, η διαχείριση της παρόχθιας ζώνης (όπου αυτή αναγνωρίζεται) ανατίθεται στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης όταν υπάρχουν παρακείμενα αγροτικά ακίνητα, και όχι στο ΥΠΕΚΑ που θα έπρεπε, αφού σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για προστατευόμενες περιοχές. Ο κατακερματισμός της διαχείρισης και προστασίας του φυσικού χώρου και η επακόλουθη ασάφεια στο εκάστοτε ισχύον θεσμικό πλαίσιο είναι ένα από τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά προβλήματα στην Ελλάδα και συντηρεί την ασυδοσία και τις παρανομίες.

Νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων. Η νομιμοποίηση αυθαιρέτων σε αιγιαλό και παραλία δεν επιτρέπεται σήμερα, μάλιστα αυτά εξαιρέθηκαν από τους δύο νόμους για τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων (ν. 4014/11 και 4178/13). Με το νέο νόμο κάθε αυθαίρετο που χρησιμοποιείται για επιχειρηματικούς σκοπούς (μικρό ή μεγάλο) μπορεί να νομιμοποιηθεί με απόφαση του γενικού γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και την καταβολή προστίμου. Επίσης προβλέπεται δυνατότητα «ενσωμάτωσης» παράνομων κατασκευών σε υπό εκτέλεση έργα και νομιμοποίηση «αποκλίσεων». Ακόμα, για θέσεις που ήδη υπάρχει οριστικός καθορισμός αιγιαλού, προβλέπεται η διαγραφή και επαναχάραξή του ώστε να είναι δυνατή η νομιμοποίηση αυθαιρεσιών.

Η νομιμοποίηση μόνο με «περιβαλλοντική έκθεση» και με συνοπτική (!) γνωμοδότηση της αρμόδιας Περιφερειακής υπηρεσίας είναι αντίθετη στην ευρωπαϊκή νομοθεσία (οδηγίες 2011/92/ΕΕ, 92/43/ΕΟΚ), τουλάχιστον για όσα έργα υπάγονται στην τελευταία. Το ίδιο ισχύει και για την παροχή πενταετούς προθεσμίας για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων για αυθαίρετες κατασκευές, κάτι που καθιστά διακοσμητικές τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου για επιβολή διοικητικών κυρώσεων και κατεδάφιση. Νομιμοποίηση δεν αποκλείεται και σε προστατευόμενες περιοχές (μάλιστα, για κάθε περίπτωση η προθεσμία υπαγωγής είναι νέα), με αποτέλεσμα οι παράκτιοι υγρότοποι, περιοχές του δικτύου Natura 2000, αλλά και πολλοί τόποι του Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών να απειλούνται από την αυθαίρετη δόμηση.

Παραχώρηση της χρήσης αιγιαλού και παραλίας: Το νομοσχέδιο επιδεινώνει πολλές από τις ισχύουσες ρυθμίσεις που ορίζουν σαφώς ότι η παραχώρηση της χρήσης αιγιαλού και παραλίας δεν θα πρέπει να παραβιάζει τον προορισμό τους ως κοινόχρηστο αγαθό και δεν θα πρέπει να επιφέρει αλλοίωση στη φυσική μορφολογία και τα βιοτικά στοιχεία, ότι δεν θα πρέπει να εμποδίζεται η ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση των πολιτών και ότι απαγορεύεται η παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης αιγιαλού και παραλίας. Αντ’ αυτών, αναφέρεται ότι με την πράξη παραχώρησης (δηλαδή κατά περίπτωση) «τίθενται οι αναγκαίοι όροι για τη διασφάλιση της απόλαυσης εκ μέρους του κοινού, με τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των προσώπων στα οποία κατανέμεται η χρήση». Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου, οι όροι θα εξειδικεύονται αργότερα, με απόφαση υπουργού.

Με τη νέα νομοθεσία απαλείφεται το ανώτατο όριο παραχωρούμενης έκτασης (σήμερα 500 τ.μ.) και η διατήρηση ελευθέρων ζωνών (σήμερα 100 μέτρα) ανάμεσα σε παραχωρήσεις, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη το εύρος της παραλίας. Επιτρέπονται δραστηριότητες που προϋποθέτουν μόνιμες, πακτωμένες κατασκευές (π.χ. γήπεδα αθλοπαιδιών), οι οποίες μπορεί να παραμείνουν και μετά την εγκατάλειψη της δραστηριότητας. Το αντάλλαγμα χρήσης υπολογίζεται σύμφωνα με συντελεστή βαρύτητας περιβαλλοντικών επιπτώσεων που καθορίζει, με απροσδιόριστα κριτήρια και αμφίβολη τεχνογνωσία, ο Υπουργός Οικονομικών.

Σήμερα επιτρέπεται να γίνονται έργα για βιομηχανικούς, λιμενικούς, εμπορικούς και συγκοινωνιακούς σκοπούς, ενώ αναφέρονται ασαφώς και «άλλου είδους σκοποί». Στο νομοσχέδιο η ασάφεια επεκτείνεται σε όλους ανεξαιρέτως τους επιχειρηματικούς σκοπούς, που εγκρίνονται από τον γενικό γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Δίνεται, επίσης, για πρώτη φορά, δυνατότητα παραχώρησης θαλάσσιας ζώνης και υδάτινου στοιχείου λιμνών και ποταμών για «πάρκα αναψυχής» μέχρι 1.500 τ.μ., αλλά και νησίδων, υφάλων και σκοπέλων, για τουριστικούς και εν γένει επιχειρηματικούς σκοπούς. Μάλιστα μπορεί να γίνεται και απευθείας παραχώρηση, αν ζητηθεί από ΝΠΔΔ.

Τέλος, επιτρέπεται η επιχωμάτωση του θαλάσσιου χώρου για την εξυπηρέτηση τουριστικών επενδύσεων που κρίνονται «στρατηγικές» ή έχουν εγκριθεί ως Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ) και Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ), κατά 5 τετραγωνικά ανά κλίνη, δίχως να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που επηρεάζουν το συγκεκριμένο είδος επεμβάσεων. Επιπλέον, δεν καθορίζονται τα κριτήρια βάσει των οποίων θα υπολογίζεται το είδος, η έκταση και οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες στις περιοχές αυτές, ενώ ο υπολογισμός της έκτασης επιχωμάτωσης με βάση τον αριθμό κλινών της τουριστικής μονάδας είναι ελλιπής και μεροληπτικός.

Στο εισαγωγικό σημείωμα του Υπουργού προτάσσεται ως στόχος του νέου νόμου «… η απελευθέρωση των τεράστιων δυνατοτήτων οικονομικής ανάπτυξης της παράκτιας ζώνης … και η απλούστευση των διαδικασιών διαχείρισης και αξιοποίησης των παράκτιων, παραλίμνιων και παραποτάμιων κοινοχρήστων εκτάσεων … οι οποίες καθυστερούν για χρόνια κάθε επένδυση που απαιτεί την κατασκευή έργου …»

Όντως, φαίνεται ότι ο νέος νόμος έχει κυρίως εισπρακτικό χαρακτήρα και διευκολύνει τη νομιμοποίηση αυθαιρεσιών και την απρόσκοπτη χωροθέτηση χρήσεων που δεν είναι συμβατές με τις ανάγκες προστασίας της παράκτιας ζώνης και με τον κοινόχρηστο χαρακτήρα των παραλιών. Δεν συνυπολογίζει τις αρχές της αειφόρου ανάπτυξης, ούτε νέα, διεθνώς καθιερωμένα, επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα και αγνοεί πλήρως τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής και την αναμενόμενη άνοδο της στάθμης της θάλασσας, αλλά και τις ανθρωπογενείς πιέσεις στον παράκτιο χώρο. Επίσης, αγνοεί την οικολογική σημασία της παρόχθιας και της παράκτιας ζώνης, τις νέες γνώσεις για απειλούμενα είδη και οικοτόπους και τις σύγχρονες επιταγές για ολοκληρωμένη διαχείριση και συγκρούεται σε πολλά σημεία με την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Μπροστά στην έντονη και γενικευμένη αυτή κατακραυγή, και εν όψει των εκλογών του Μαΐου, μετά από παρέμβαση του πρωθυπουργού το Υπουργείο Οικονομικών «πάγωσε» το νομοσχέδιο ώστε η αρμόδια Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας να το αναμορφώσει και να το βελτιώσει.

Στο τέλος Ιουνίου η τελική μορφή του νομοσχεδίου δεν έχει γίνει ακόμα γνωστή. Πηγές του Υπουργείου αναφέρουν ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα σχόλια που κατατέθηκαν στη διαβούλευση αλλά και από πλήθος άλλες πλευρές, δημοσιεύματα, όμως, αναφέρουν ότι οι βασικές ρυθμίσεις (νομιμοποίηση αυθαιρέτων, επιχειρηματική εκμετάλλευση παραλιών και ειδικές χρήσεις-επιχωματώσεις) παραμένουν αμετάβλητες και οι όποιες αλλαγές είναι αδιάφορες και παραπλανητικές. Παράλληλα η κυβέρνηση τονίζει ότι το νομοσχέδιο αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση που θα πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα, λέγεται μάλιστα ότι θα προωθηθεί για ψήφιση στο θερινό τμήμα της Βουλής.

Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος αυτός επιτείνει τη ραγδαία υποβάθμιση της νομοθεσίας προστασίας του φυσικού χώρου και των φυσικών πόρων, στο όνομα μιας ασαφούς, μακροπρόθεσμα μη βιώσιμης και οικονομικά αμφισβητήσιμης «ανάπτυξης».

 

 

Do we ever learn from our mistakes?

Μαθαίνουμε από τα λάθη μας;

 

 

Σε παλαιότερο (τεύχος 126, Ιούλιος 2009) είχα αναφερθεί στη δραματική μείωση των γυπών στην Ινδική υποήπειρο μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990.

Μεταξύ 1992 και 2007 ο συνολικός πληθυσμός τεσσάρων ειδών που απαντούσαν στην Ινδία, Πακιστάν και Νεπάλ (Gyps indicus, G. tenuirostris, G. bengalensis και Sarcogyps calvus) μειώθηκε κατά 99%, από περισσότερα των 10.000.000 ατόμων σε λιγότερα από 100.000. Ο «ένοχος» για την άνευ προηγουμένου (σε ταχύτητα, μεγέθος και γεωγραφική έκταση) αυτή μεταβολή εντοπίστηκε αδιαμφισβήτητα, μετά από εκτεταμένες έρευνες. Ήταν η δικλοφενάκη (diclofenac), ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες, δραστική ουσία πολλών αναλγητικών που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση οξέων και χρόνιων πόνων και φλεγμονών.

Η δικλοφενάκη χρησιμοποιείτο κατά κόρον, λόγω χαμηλού κόστους, κυρίως στα βοοειδή, σε αυτές τις χώρες και «περνούσε» στους γύπες όταν κατανάλωναν νεκρά ζώα στα οποία είχε χορηγηθεί. Η ουσία αυτή προκαλεί ταχύτατα μη αντιστρεπτές νεφρικές βράβες στους γύπες (ιδιαίτερα του γένους Gyps), ακόμα και σε μικρές δόσεις και έχει διαπιστωθεί ότι ένα και μόνο περιστατικό έκθεσης σε αυτή μπορεί να σκοτώσει μεγάλοαριθμό γυπών. Επιπλέον, η δικλοφενάκη διασπάται πολύ αργά στα βοοειδή και τους χοίρους, κάτι που σημαίνει ότι ακόμα και μετά από αρκετές μέρες ένα ζώο στο οποίο έχει χορηγηθεί εξακολουθεί να είναι πολύ επικίνδυνο.

Η μείωση των γυπών είχε πολλαπλές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, λόγω της μη απομάκρυνσης νεκρής βιομάζας. Η αύξηση των αδέσποτων σκύλων (που κατανάλωναν τα νεκράζώα στη θέση των γυπών) ήταν τεράστια και οδήγησε σε πολύ μεγάλη αύξηση των κρουσμάτων μολυσματικών ασθενειών, ιδιαίτερα λύσσας (που ενδημεί στην Ινδία).

Επιστήμονες και ορνιθολογικές οργανώσεις ξεκίνησαν μια τεράστια εκστρατία για την απαγόρευση της κτηνιατρικής χρήσης της δικλοφενάκης και την υποκατάστασή της με τη συγγενική μελοξικάμη (meloxicam) που φαίνεται ότι δεν επηρεάζει τους γύπες. Οι προσπάθειά τους ήταν επιτυχής, όμως και τα τέσσερα είδη των γυπών παραμένουν κρίσμως κινδυνεύοντα και η ανάκαμψη των πληθυσμών θα χρειαστεί δεκαετίες, ακόμα και υπό ιδανικές συνθήκες.

Μετά το παράδειγμα της Ινδίας, οι προσπάθειες στράφηκαν στο να εμποδιστεί η κτηνιατρική χρήση της δικλοφενάκης στην Αφρική, όπου υπάρχουν αντίστοιχα μεγάλοι πληθυσμοί γυπών. Λόγω της σταδιακής στροφής προς μοντέρνες κτηνοτροφικές πρακτικές, αλλά και της έλλειψης ελεγκτικών μηχανισμών για τη χρήση φαρμακευτικών σκευασμάτων σε πολλές χώρες της μαύρης ηπείρου, είναι προφανής ο κίνδυνος από τη ραγδαία εξάπλωσης ενός φτηνού κτηνιατρικού φαρμάκου.

Στο διάστημα αυτό κανείς δεν ασχολήθηκε με το τι συνέβαινε στην Ευρώπη, καθώς όλοι θεωρούσαν ότι υπάρχει επαρκής πληροφόρηση και ρύθμιση της χρήσης κτηνιατρικών φαρμάκων.

Και όμως. Οι ορνιθολόγοι πρόσφατα διαπίστωσαν με έκπληξη ότι το diclofenac παρασκευάζεται στη Ιταλία εδώ και χρόνια και η χρήση του επιτέπεται σε βοοειδή, χοίρους και ιπποειδή με το εμπορικό όνομα Reuflogin. Το 2013 η γενική Διεύθυνση Υγείας και Προστασίας Καταναλωτών (DG SANCO) επέτρεψε την παραγωγή και χρήση του και στην Ισπανία, τη χώρα που φιλοξενεί το 90% των Όρνιων, το 97% των Μαυρογυπών, το 67% των Γυπαετών και το 85% των Ασπροπάρηδων της ηπείρου μας. Από τα υπάρχοντα στοιχεία φαίνεται ότι εξάγεται στην Τσεχία, τη Λετονία, την Εσθονία, τη Σερβία και την Τουρκία.

Ο κίνδυνος είναι προφανής, ιδίατερα για τις Βαλκανικές χώρες, στις περισσότερες των οποίων οι γύπες έχουν ήδη μειωθεί σημαντικά.

Στην Ελλάδα ο Ασπροπάρης έχει υποστεί δραματική μείωση και αριθμεί πλέον λιγότερα από 15 ζευγάρια. Στην ηπειρωτική χώρα το Όρνιο βρίσκεται στα όρια της εξαφάνισης και οι εναπομένοντες εδώ πληθυσμοί του χαρακτηρίζονται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Ζώων της Ελλάδας ως «Κρισίμως Κινδυνεύοντες», σε αντίθεση με εκείνον της Κρήτης που αυξάνεται. Ο Γυπαετός απαντά μόνο στην Κρήτη και χαρακτηρίζεται ως «Κρισίμως Κινδυνεύων» και ο Μαυρόγυπας θεωρείται «Κινδυνεύων».

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι η επιβίωση του μοναδικού στα Βαλκάνια πληθυσμού Μαυρόγυπα, που βρίσκεται στον Έβρο, εξαρτάται κυριως από τη λειτουργία του χώρου συμπληρωματικής τροφοδοσίας στη Δαδιά. Η ταΐστρα της Δαδιάς τροφοδοτείται τα τελευταία 4-5 χρόνια κυρίως με υπολείμματα χοίρων από σφαγεία, αλλά και με βοοειδή, αιγοπρόβατα και ιπποειδή. Εκεί μεταφέρονται περίπου 40-50 τόνοι τροφής ετησίως, των οποίων το 60-70% (τα βρώσιμα μέρη) καταναλώνεται από τους γύπες. Εκτός από τους Μαυρόγυπες, σε αυτό το χώρο τρέφονται Ασπροπάρηδες καθώς και Όρνια που έρχονται από τη γειτονική Βουλγαρία, αλλά και όλη τη Βαλκανική χερσόνησο, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες. Στην υπόλοιπη Ελλάδα έχει ξεκινήσει ή πρόκειται να ξεκινήσει η λειτουργεία τριών ακόμα χώρων συμπληρωματικής τροφοδοσίας γυπών. Η χώρα μας, λοιπόν, φέρει μεγάλη ευθύνη αν οι δράσεις άμεσης προστασίας των γυπών καταλήξουν σε απειλή για τη ζωή τους λόγω της παρουσίας δικλοφενάκης σε ζώα στην περίπτωση μελλοντικής έγκρισής της στην Ελλάδα, ή επειδή τα ζώα αυτά μπορεί να προέρχονται από χώρες στις οποίες επιτρέπεται η χρήση της.

Ευρωπαικές οργανώσεις όπως η RSPB, το Vulture Conservation Foundation και η BirdLife Europe, θεωρούν ότι η έγκριση κτηνιατρικής χρήσης της δικλοφενάκης στην Ισπανία και την Ιταλία βασίζεται σε βαθύτατα εσφαλμένη αξιολόγηση κινδύνου και ήδη πιέζουν για ολική απαγόρευσή της στην Ευρώπη.

Στην Ελλάδα, οι συνεργαζόμενες για την αντιμετώπιση των δηλητηρίων οργανώσεις ΑΝΙΜΑ, ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, ΕΕΠΦ, Ορνιθολογική, Καλλιστώ, WWF-Ελλάς και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, απηύθυναν, στις αρχές Μαρτίου, κοινή επιστολή προς τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων. Με αυτή ενημέρωσαν τους δύο αρμόδιους φορείς για το θέμα και την ανάγκη λήψης των απαραίτητων μέτρων για τη διατήρηση των πληθυσμών των γυπών σε ικανοποιητικό επίπεδο.

Ανέφεραν επίσης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 35 της οδηγίας 2001/82/ΕΚ, κάθε κράτος-μέλος μπορεί να ξεκινήσει διαδικασία για την απόσυρση ενός εγκριθέντος κτηνιατρικού φαρμάκου αν κρίνει ότι επηρεάζει τα συμφέροντα της Ένωσης. Τα άγρια πουλιά είναι είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος, όπως αναφέρεται και στο προοίμιο της Οδηγίας για τους Οικοτόπους (92/43/ΕΟΚ) και επομένως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αυτής της διάταξης.

Επειδή οι επιπτώσεις της δικλοφενάκης στους γύπες συνιστούν επαρκή βάση, οι οργανώσεις παροτρύναν για έναρξη της διαδικασία παραπομπής για την κτηνιατρική χρήση δικλοφενάκης, ζητώντας την ανάκληση της άδειας χρήσης της σε Ιταλία και Ισπανία.

Στον αντίποδα της αδικαιολόγητης και επικίνδυνης αυτής αποφασης των οργάνων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής βρίσκεται η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου σχετικά με τον νέο Κανονισμό για το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό.

Ο προτεινόμενος Κανονισμός, που θα αντικαταστήσει όλες τις σχετικές Οδηγίες και άλλα νομοθετήματα, είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και διαμαρτυρίες από ιδιώτες, οργανώσεις καταναλωτών και αγροτών, ακόμα και κάποιες κυβερνήσεις κρατών-μελών. Αυτό γιατί περιορίζει τις εναλλακτικές γεωργικές πρακτικές και το δικαίωμα των αγροτών να μην αγοράζουν σπόρους από το εμπόριο, θέτει σε κίνδυνο τη διατήρηση παραδοσιακών ποικιλιών και, κατ’ επέκταση, της βιοποικιλότητας, και απειλεί τη διατροφική ασφάλεια αφού είναι διαμορφωμένος σύμφωνα με τις ανάγκες της βιομηχανικής, εξαρτημένης από αγροχημικά γεωργίας και τα συμφέροντα των εταιριών παραγωγής σπόρων (βλ. τεύχος 142, Ιούλιος 2013). Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κανονισμός είναι μη-μεταβλητό νομοθέτημα που δεσμεύει απόλυτα τα κράτη-μέλη, σε αντίθεση με τις Οδηγίες που θέτουν στόχους τους οποίους τα κράτη-μέλη μπορούν να προσεγγίσουν με διαφορετικούς τρόπους.

Στις 30 Ιανουαρίου, σχεδόν ομόφωνα η Επιτροπή Περιβάλλοντος –η μεγαλύτερη νομοθετική επιτροπή του Κοινοβουλίου- υπερψήφισε τροπολογία που κατέθεσε ο ευρωβουλευτής Κρίτων Αρσένης για απόρριψη του Κανονισμού. Στις 11 Μαρτίου η ολομέλεια του Κοινοβουλίου, με 511 ψήφους υπέρ έναντι 130 κατά, υιοθέτησε απόφαση νομοθετικού περιεχομένου (legislative resolution) με την οποία απορρίπτει τον Κανονισμό και ζητά από την Επιτροπή να φέρει νέο προς έγκριση.

Η απόφαση αυτή, που χαιρετίστηκε θετικά σε όλη την Ευρώπη, ενέχει ένα μεγάλο κίνδυνο. Ενδέχεται, υπό την ασφυκτική πίεση των μεγάλων εταιριών, το νέο σχέδιο Κανονισμού να είναι χειρότερο από το πρώτο, και η διαπραγμάτευση να ξεκινήσει από δυσμενέστερη βάση.

Μένει να δούμε αν τελικά μπορούμε να μάθουμε από τα λάθη μας.

 

 

High altitude birds.

Πουλιά των μεγάλων υψομέτρων.

 

 

 

Οι γνώσεις μας για την υψομετρική κατανομή και τις οικολογικές απαιτήσεις των πουλιών που ζουν στα βουνά μας έχουν ακόμα κενά, ενώ ο αριθμός των ειδών που απαντώνται στην υποαλπική και αλπική ζώνη ποικίλει πολύ από βουνό σε βουνό, ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος.

Πολλά είδη εμφανίζονται σε μεγαλύτερα υψόμετρα στα νότια της χώρας από ότι στα βόρεια. Συνήθως οι υψομετρικές διαφορές δεν είναι μεγάλες και απλώς εκφράζουν το ότι οι οικολογικές συνθήκες των μέσων υψομέτρων στο νότο είναι παρόμοιες με εκείνες χαμηλότερων υψομέτρων στο βορά. Τυπικό παράδειγμα είναι ο Μαυροτσιροβάκος που φτάνει αρκετά ψηλά στη νότια Ελλάδα (αφθονεί, για παράδειγμα στις κορυφές του Υμηττού και της Πάρνηθας), απαντάται όμως χαμηλότερα στη βόρεια. Για κάποια είδη οι διαφορές είναι πολύ μεγάλες, και ενδεχομένως ανεξήγητες με βάση μόνο τις οικολογικές παραμέτρους. Έτσι, το Βλαχοτσίχλονο στη Μακεδονία και Θράκη εμφανίζεται σχεδόν από το επίπεδο της θάλασσας, στη Στερεά όμως και την Πελοπόννησο απαντάται αποκλειστικά πάνω από το δασοόριο – παραδόξως, στην Κρήτη η κατανομή του εκτείνεται από τη θάλασσα ως τα 1.200 μέτρα.

Κάποια είδη επηρεάζονται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Η παρουσία των κοπαδιών στα θερινά βοσκοτόπια προσήλκυε τα Όρνια, τους Γυπαετούς και τους Χρυσαετούς που φωλιάζουν και σε πολύ χαμηλότερες θέσεις. Περιστασιακές πηγές τροφής, σκουπιδότοποι ή στάνες το καλοκαίρι, τραβούν είδη όπως τα Κοράκια, ακόμα και Ασημόγλαρους που ενίοτε παρατηρούνται να πετούν σε μεγάλα υψόμετρα, ιδιαίτερα σε βουνά που βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, όπως ο Όλυμπος, ο Άθως, τα Λευκά Όρη, κ.ά.

Η έντονη πίεση από το κυνήγι έχει σπρώξει την Πετροπέρδικα στα μεγαλύτερα υψόμετρα και τα πιο απόκρημνα σημεία, ενώ όπου απαγορεύεται το κυνήγι της, όπως στον Άθω και περιοχές της Φωκίδας, φτάνει μέχρι και το επίπεδο της θάλασσας. Αντίστοιχα, στην Κρήτη η Νησιώτικη Πέρδικα είναι πιο κοινή σε ορεινές περιοχές, στα βράχια του Γιούχτα, για παράδειγμα, και στις πλαγιές των μεγάλων ορεινών όγκων, από ότι στα πεδινά και την παράκτια ζώνη όπου η δίωξη είναι έντονη.

Τους καλοκαιρινούς μήνες στα χορταριασμένα λιβάδια, τις γυμνές πλαγιές, τα ανεμοδαρμένα βράχια και τους γκρεμούς πάνω από το δασοόριο ο επισκέπτης θα συντήσει αρκετά είδη. Κάποια από αυτά, όπως ο Σταχτοπετρόκλης, το Φανέτο, ο Σπίνος, ο Καρβουνιάρης, η Δενδροκελάδα, η Πετροπέρδικα, φωλιάζουν και χαμηλότερα.

Κάποια άλλα, ο Χιονοψάλτης, η Χιονάδα, ο Χιονόστρουθος, ο Τοιχοδρόμος, ο Πυρροκότσυφας και η Κιτρινοκαλιακούδα είναι στενά εξαρτημένα από τα αλπικά ενδιαιτήματα. Τα τελευταία, τα πραγματικά είδη των μεγάλων υψομέτρων (δεν είναι περίεργο ότι το πρώτο συνθετικό στα τρί ονόματα είναι το χιόνι), είναι συχνά δύσκολο να εντοπιστούν το καλοκαίρι, καθώς οι πληθυσμοί τους είναι μικροί και διάσπαρτοι, συνήθως στα ψηλότερα και πιο απρόσιτα σημεία. Αντίθετα, το χειμώνα κατεβαίνουν χαμηλότερα, μερικά ακόμα και κάτω από το δασοόριο αν υπάρχουν κατάλληλα ενδιατήματα, ενώ κάποια παρατηρούνται τακτικά γύρω από εγκαταστάσεις χιονοδρομικών κέντρων. Ο Πυρροκότσυφας είναι αποδημητικός.

Χιονοψάλτης (Prunella collaris)

Λίγο μεγαλύτερος από τον συγγενικό του Θαμνοψάλτη, ο Χιονοψάλτης απαντάται στα περισσότερα από τα μεγάλα βουνά μας, από την Πελοπόννησο ως τη Μακεδονία, καθώς και στα βουνά της Κρήτης και στη Σαμοθράκη. Φωλιάζει πάνω από τα 2.000 μέτρα, σε βραχώδεις πλαγιές με χαμηλή βλάστηση και αραιούς θάμνους. Στην Κρήτη εμφανίζεται πάνω από το όριο των δρυοδασών, από τα 1.400 μέτρα ως τις ψηλότερες κορυφές. Είναι κοινωνικό είδος και σχηματίζει μικρά κοπάδια, ακόμα και την αναπαραγωγική περίοδο, ενώ έχει αναφερθεί και ομαδικό κούρνιασμα σε σπηλιές.

Ενδιαφέρουσα είναι η πολυγαμική αναπαραγωγική συμπεριφορά τους, καθώς τις επικράτειες καταλαμβάνουν ομάδες 3-4 αρσενικών με 3-4 θυληκά. Τα πουλιά δεν έχουν συγγένεια μεταξύ τους και υπάρχει ένα κυρίαρχο αρσενικό, που είναι συνήθως το μεγαλύτερο σε ηλικία. Τα θηλυκά επιδιώκουν να ζευγαρωσουν με όλα τα αρσενικά, αν και το κυρίαρχο αρσενικό ενδέχεται να τα απωθεί. Έρευνες με ανάλυση γενετικού υλικού έδειξαν ότι τα θηλυκά ανατρέφουν στη φωλιά μόνο τους δικούς τους νεοσσούς, αν και μπορεί να προέρχονται από διαφορετικούς πατέρες. Τα αρσενικά φέρνουν τροφή σε διάφορες φωλιές μέσα στη ομάδα, ανάλογα με το αν έχουν ζευγαρώσει με τα συγκεκριμένα θηλυκά. Το χειμώνα μετακινούνται σε χαμηλότερα υψόμετρα, ενίοτε και αρκετά χαμηλά.

Χιονάδα (Eremophila alpestris)

Η Χιονάδa εχει διάσπαρτη κατανομή στο βόρειο ημισφαίριο. Απανατά σε όλη σχεδόν τη βόρεια Αμερική (ενώ υπάρχει και ένας απομονωμένος πληθυσμός σε μεγάλο υψόμετρο στην Κολομβία), στην τούνδρα της Ευρασίας, όπου φωλιάζει στο επίπεδο της θάλασσας, και σε μεγάλα υψόμετρα στα βουνά της νότιας Ευρώπης και της κεντρικής Ασίας. Οι πληθυσμοί της βόρειας Ευρώπης είναι μεταναστευτικοί, και τα πουλιά εμφανίζονται κυρίως σε παραλίες (εξ ου και το αγγλικό όνομα Shore Lark), ενώ στα νότια είναι επιδημητικοί.

Τα ελληνικά πουλιά ανήκουν στο υποείδος E. a. balcanica και απαντούν στις ψηλότερες κορυφές της ηπειρωτικής χώρας, από τον Ταΰγετο ως και το Φαλακρό, πάνω από τα 2.000 μέτρα. Το χειμώνα μετακινούνται για να αποφύγουν το παχύ χιόνι, σπάνια όμως μετακινούνται πολύ χαμηλά, ενώ συχνά εμφανίζονται και σε χιονοδρομικά κέντρα αναζητώντας τροφή.

Χιονόστρουθος (Montifringila nivalis)

Ίσως το πιο «ορεινό» και πιο δυσεύρετο από τα πουλιά της χώρας μας. Ο Χιονόστρουθος απαντά κυρίως στις ψηλότερες βουνοκορφές της Πίνδου, από τον Σμόλικα ως τον Παρνασσό και τα Βαρδούσια, και σε μερικά ακόμα βουνά, όπως ο Βόρας, ο Όλυμπος και η Ζήρεια. Φωλιάζει πάνω από τα 2.000 μέτρα, κυρίως σε σχισμές βράχων. Ακόμα και το χειμώνα πολύ σπάνια κατεβαίνει χαμηλα, είναι όμως άφοβος και μπορεί να τον βρείτε γύρω από ορειβατικά καταφύγια και χιονοδρομικά κέντρα, όπου ψάχνει για τροφή. Αν και δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός εκτιμάται σε περίπου 100 ζευγάρια.

Τοιχοδρόμος (Tichodroma muraria)

Άλλο ένα «ακριβοθώρητο» είδος που ζει σε δυσπρόσιτο ενδιαίτημα – σε ορθοπλαγιές, γκρεμούς και μεγάλους κατακόρυφους βράχους, με λιγοστή βλάστηση, συνήθως κοντά σε νερό. Απαντά διάσπαρτα σε λιγοστά σημεία της Πίνδου μέχρι και τον Παρνασσό, σε τρία βουνά της Πελοποννήσου, στον Όλυμπο, σε λίγα βουνά της Μακεδονίας, και στο όρος Υψάριο στη Θάσο. Με λίγες εξαιρέσεις στη βόρεια Ελλάδα (όπως στη Θάσο) φωλιάζει αποκλειστικά στην αλπική ζώνη, πάνω από τα 1.900 μέτρα, σε κοιλώματα βράχων. Σε κάποια ελληνικά βουνά, όπως ο Ταΰγετος και το Φαλακρό (όπου φωλιάζει μέσα στο σπηλαιοβάραθρο Χιονότρυπα), δεν υπάρχει τρεχούμενο νερό, που είναι χαρακτηριστικό του ενδιαιτήματός του σε άλλα μέρη της Ευρώπης.

Το σταχτόχρωμο φτέρωμά του και το μικρό του μέγεθος κάνει τον εντοπισμό του δύσκολο καθώς κινείται ασταμάτητα πάνω στα βράχια, ψάχνοντας στις οπές και σχισμές για έντομα. Όταν όμως ανοίξει τις φτερούγες του, με τα αιματέρυθρα, μαύρα και λευκά σχέδια, κυριολεκτικά μεταμορφώνται. Το πέταγμά του, μάλιστα, ανάλαφρο και κυματιστό με σύτομα αερογλιστρήματα, θυμίζει περισσότερο μια τεράστια πολύχρωμη πεταλούδα, παρά πουλί.

Το χειμώνα κατεβαίνει αρκετά χαμηλά, και μπορεί να τον βρείτε σε κτήρια, κάστρα και νταμάρια. Υπάρχουν παρατηρήσεις στους Δελφούς, στην Αρκόπολη, στη Μονεμβασιά, στο Μυστρά, στη Βαράσσοβα, στην Πύλο, αλλά και σε νησιά όπως η Κέρκυρα, τα Κύθηρα και η Χίος.

Πυρροκότσυφας (Monticola saxatilis)

Η κατανομή του Πυρροκότσυφα εκτείνεται από τη νότια Ευρώπη ως την κεντρική Ασία και τη βόρεια Κϊνα. Όλοι οι πληθυσμοί διαχειμάζουν στην Αφρική, νότια από τη Σαχάρα. Στη χώρα μας, φωλιάζει πάνω από τα 1.500 μέτρα, ως τις κορυφές, στα αλπικά λιβάδια και σε βραχώδεις πλαγιές και σάρες.

Απαντά στα περισσότερα μεγάλα βουνά της ηπειρωτικής χώρας μέχρι και την Πελοπόννησο, αλλά και στη Θάσο, Σαμοθράκη και Σάμο. Σπάνια θα τον δείτε εκτός της αναπαραγωγικης περιόδου, και πάντα μεμονωμένα άτομα που μπορεί να εμφανιστούν και σε χαμηλά υφόμετρα.

Κιτρινοκαλιακούδα (Pyrrhocorax graculus)

Η κατανομή της Κιτρινοκαλιακούδας εκτείνεται από τα βουνά της Ισπανίας ως τα Ιμαλάια και τη δυτική Κϊνα. Στη σώρα μας είναι επιδημητική στις ψηλότερες κορυφές της Πίνδου ως τον Παρνασσό, στον Όλυμπο, στον Βόρα, στα βουνά της ανατολικής Μακεδονίας από τον Όρβηλο ως το Παγγαίο και στην Ίδη και τα Λευκά Όρη της Κρήτης. Θα την συναντήσετε πάνω από τα 1.500 μέτρα, συνήθως σε κοπάδια (συχνά πολλές δεκάδες άτομα) που γυροπετούν πάνω από τις κορυφές, τις απότομες κόψεις και τους γκρεμούς, ή επιδίδονται σε εντυπωσιακές εναέριες ακροβασίες, βουτιές, αναστροφές, περιδινησεις και βυθίσεις με μαζεμένες τις φτερούγες.

Τρέφεται με έντομα το καλοκαίρι, και καρπούς και σπόρους το χειμώνα (στο Φαλακρό, νωρίς την άνοιξη, τις έχουμε δει να τρώνε τα άνθη των κίτρινων κρόκων) και δε διστάζει να προσεγγίσει μαντριά ή χιονοδρομικά κέντρα. Φωλιάζει σε απρόσιτους γκρεμούς, πάντα σε μικρή απόσταση από τα ορεινά λιβάδια. Μάλιστα είναι το είδος που έχει φωλιάσει στο μεγαλύτερο υψόμετρο (6.500 μέτρα) και έχει καταγραφεί στα 8.200 μέτρα στο Έβερεστ. Το χειμώνα μετακινείται χαμηλότερα, ανάλογα με τη χιονοκάλυψη, ακόμα και μέχρι τη θάλασσα, πάντα όμως επιστρέφει για κούρνια στην αλπική ζώνη.

Ξεχωρίζει από τη συγγενική της Κοκκινοκαλιακούδα (που συνήθως απαντά σε χαμηλότερα υψόμετρα, εκτός από την Κρήτη, όπου φτάνει μέχρι και τα 2.300 μέτρα) κυρίως από το έντονο κίτρινο χρώμα του ράμφους, και μικρές διαφορές στο σχήμα των φτερούγων και της ουράς.

 

The biofuel debate

Η διαμαχη των βιοκαυσίμων

 

 

Ο τομέας των μεταφορών εκπέμπει περίπου το 25% των αερίων του θερμοκηπίου που παράγει η Ευρωπαϊκή Ένωση, και είναι δεύτερος σε δημιουργία ρύπων μετά τον τομέα παραγωγής ενέργειας. Οι οδικές μεταφορές και μόνο ευθύνονται για περίπου 20% των συνολικών εκπομπών CO2 των 28 χωρών της Ένωσης. Αν και οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από άλλους τομείς (βιομηχανία, γεωργία, κ.λπ.) μειώθηκαν κατά περίπου 15% μεταξύ 1990 και 2007, οι εκπομπές από τις μεταφορές αυξήθηκαν κατά 36% στο ίδιο διάστημα[1], με τη μεγαλύτερη αύξηση στις θαλάσσιες και εναέριες μεταφορές.

Για τον περιορισμό των αέριων ρύπων από τις μεταφορές η ΕΕ υιοθέτησε διάφορες πολιτικές: έθεσε στόχους για μείωση των εκπεμπομενων αερίων ρύπων από τα αυτοκίνητα, για βελτίωση της ποιότητας των καυσίμων μέσω της σχετικής Οδηγίας 98/70/ΕΚ, ενίσχυσε την έρευνα για νέες τεχνολογίες και συμπεριέλαβε τις εναέριες μεταφορές στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Ρύπων. Παράλληλα προώθησε και τη χρήση των ανανεώσιμων καυσίμων ή αλλιώς βιοκαυσίμων.

Στις 8 Μαΐου 2003, το Ευρωπαικό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρώπης εξέδωσαν την Οδηγία 2003/30/ΕΚ για να προάγουν τη χρήση βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων. Η Ελλάδα ενσωμάτωσε την Οδηγία αυτή στην εθνική νομοθεσία το καλοκαίρι του 2005.

Η Οδηγία αυτή προέβλεπε ότι τα κράτη-μέλη θα διασφαλίσουν ελάχιστη συμμετοχή βιοκαυσίμων και άλλων ανανεώσιμων καυσίμων στο σύνολο των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στις μεταφορές. Η τιμή αναφοράς που έπρεπε να επιτευχθεί ως το τέλος του 2005 ορίστηκε στο 2 %[2], υπολογιζόμενη βάσει του ενεργειακού περιεχομένου επί του συνόλου της βενζίνης και του πετρελαίου ντίζελ που διατίθεται στις αγορές τους προς χρήση στις μεταφορές συγκριτικά με τα συμβατικά καύσιμα, με επόμενο στόχο να αυξηθεί στο 5,75% έως το τέλος του 2010.

Ως βιοκαύσιμα θεωρούνται υγρά ή αέρια καύσιμα που παράγονται από βιομάζα (το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα προϊόντων, αποβλήτων και καταλοίπων από γεωργικές, δασοκομικές και συναφείς βιομηχανικές δραστηριότητες, ή βιομηχανικών και αστικών αποβλήτων). Συμπεριλαμβάνονται το βιοντίζελ, η βιοαιθανόλη (μεθυλεστέρας λιπαρών οξέων), το βιοαέριο, η βιομεθανόλη, ο βιοδιμεθυλαιθέρας, ο βιο-ΕΤΒΕ (αιθυλοτριτοβουτυλαιθέρας, ο βιο-ΜΤΒΕ (μεθυλοτριτοβουτυλαιθέρας), τα συνθετικά βιοκαύσιμα (συνθετικοί υδρογονάνθρακες ή μείγματα συνθετικών υδρογονανθράκων που έχουν παραχθεί από βιομάζα), το βιοϋδρογόνο και τα καθαρά φυτικά έλαια. Μπορούν να διατίθενται ως αμιγή ή αναμεμειγμένα με παράγωγα πετρελαιοειδών, ανάλογα με τα ποιτικά πρότυπα για τα καύσιμα μεταφορών. Στην Ελλαδα, και στις περισσότερες χώρες, χρησιμοποιούνται κυρίως το βιοντίζελ και η βιοαιθανόλη, ως πρόσμεικτα στο πετρέλαιο κίνησης κατά το προβλεπόμενο ποσοστό.

Τον Απρίλιο του 2009, η Οδηγία 2003/30/ΕΚ και η Οδηγία 2001/77/ΕΚ (για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές) αντικαταστάθηκαν με την Οδηγία 2009/28/ΕΚ σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Σε αυτήν καθορίζεται ως υποχρεωτικός ελάχιστος στόχος, τον οποίο πρέπει να επιτύχουν όλα τα κράτη μέλη έως το 2020, η συμμετοχή των βιοκαυσίμων στην κατανάλωση βενζίνης και πετρελαίου ντίζελ στις μεταφορές κατά 10%[3], «… στόχος που πρέπει να υλοποιηθεί κατά οικονομικώς συμφέροντα τρόπο».

Η παγκόσμια ζήτηση για βιοκαύσιμα[4] (στην οποία πρωτοστάτησαν η Ευρώπη, οι ΗΠΑ και η Βραζιλία) οδηγησε σε ραγδαία αύξηση των ενεργειακών καλλιεργειών στην Ευρώπη και παγκοσμίως τη δεκαετία του 2000. Αποτέλεσμα ήταν η αλλαγή χρήσης αγροτικών γαιών για καλλιέργεια ενεργειακών φυτών και η απώλεια φυσικών περιοχών, κυρίως δασών και υγροτόπων, λόγω επέκτασης ενεργειακών καλλιεργειών[5].

Η έντονη αύξηση της τιμής των τροφίμων στα μέσα της δεκαετίας του 2000 αποδόθηκε κυρίως στην παγκόσμια αύξηση της τιμής των δημητριακών λόγω της εξάπλωσης των ενεργειακών καλλιεργειών, αλλά και στην αυξημένες τιμές πρώτων υλών όπως το καλαμπόκι, που δεν χρησιμοποιείται πλέον για ζωοτροφή, αλλά για να παράγει αιθανόλη[6].

O Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ εκτιμούσαν, το 2007, ότι η ραγδαία επέκταση την βιομηχανίας των βιοκαυσίμων πιθανότατα θα διατηρήσει τις υψηλές τιμές των τροφίμων τουλάχιστο για μια δεκαετία. Μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο, το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (JRC, http://ec.europa.eu/dgs/jrc) ανέφερε ότι, αν καταργηθούν οι επιδοτήσεις για τα βιοκαύσιμα πρώτης γενιάς, οι τιμές τροφίμων όπως τα φυτικά έλαια θα μειωθούν, ως το 2020, κατά 50% στην Ευρώπη και κατά 15% αλλού στον κόσμο[7].

Η ζήτηση βιοκαυσίμων εντείνει την καύση και αποψίλωση τροπικών δασών και άλλων ζωτικών οικοσυστημάτων είτε για μονοκαλλιέργειες φοινικέλαιου, σόγιας και ζαχαροκάλαμου, είτε για αντικατάσταση γεωργικής γης που χάνεται σε ενεργειακές καλλιέργειες, κυρίως σε χώρες του Νότου, όπως η Βραζιλία και η Ινδονησία. Στη Βραζιλία, για παράδειγμα, το 80% των αέριων του θερμοκηπίου προέρχεται από την καύση δασών του Αμαζονίου για την επέκταση καλλιεργειών σόγιας και καλαμποκιού. Αυτή είναι η Έμμεση Αλλαγή Χρήσης Γής (Indirect Land Use Change ή ILUC) που παίζει πλέον, ευτυχώς, καθοριστικό ρόλο στις σχετικές με τα βιοκαύσιμα πολιτικές.

Εκτός από την απώλεια αγροτικών γαιών[8], η μετατροπή παρθένων τροπικών δασών που συνεισέφεραν στην απορρόφηση των αερίων του θερμοκηπίου σε μονοκαλλιέργειες επηρεάζει τα κλιματικά συστήματα, τον κύκλο του νερού, εντείνει τον κίνδυνο ερημοποίησης και οδηγεί σε σημαντική απώλεια βιοποικιλότητας. Επίσης η εντατική χρήση λιπασμάτων σε αυτές τις βιομηχανικού τύπου μονοκαλλιέργειες ρυπαίνει τα υπόγεια ύδατα και αυξάνει τις εκπομπές διοξειδίου του αζώτου που είναι πολύ πιο δραστικό αέριο θερμοκηπίου από το CO2. Παράλληλα η εξάπλωση ενεργειακών καλλιεργειών εκτοπίζει ήδη φτωχούς αγρότες και αυτόχθονες πληθυσμούς από τους τόπους τους.

Καθώς αυξάνονταν τα επιστημονικά στοιχεία ότι η χρήση βιοκαυσίμων πρώτης γενιάς προκαλεί έχει τελικά αύξηση και όχι μείωση των εκπομπών, εάν ληφθεί υπόψη ολόκληρος ο κύκλος από την παραγωγή έως την κατανάλωσή τους και η ILUC, η στάση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άρχισε να αλλάζει.

Τον Οκτώβριο του 2012 η ΕΕ δημοσίευσε μια πρόταση για τον περιορισμό του κλιματικού αντίκτυπου των βιοκαυσίμων με τροποποίηση των Οδηγιών για την ανανεώσιμη ενέργεια και για την ποιότητα των Καυσίμων (2009/30/ΕΚ). Κύρια στοιχεία αυτής της πρότασης ήταν:

  • η βελτίωση των εγκαταστάσεων παραγωγής βιοκαυσιμών με ελάχιστο όριο αποδεκτό εκπομπών τουλάχιστον 35% μικρότερο από αντίστοιχη ποσότητα συμαβτικών καυσίμων. Από το 2017 το ποσοστό αυτό αναβαίνει σε %0% και μετά το 2018 σε 60% για νέες εγκαταστάσεις.
  • ο συνυπολογισμός της ILUC στην αξιολόγηση του οφέλους από τη χρήση βιοκαυσίμων σε όλα τα κράτη-μέλη.
  • η διατήρηση του ποσοστού συμμετοχής των βιοκαυσίμων στις μεταφορές ως το 2020 στο σημερινο επίπεδο του 5% αντι για το προβλεπόμενο 10%.
  • η απαγόρευση λήψης πρώτων υλών για βιοκαύσιμα από περιοχές υψηλής βιοποικιλότητας ή υψηλής δέσμευσης άνθρακα.
  • η παροχή κινήτρων για παραγωγή βιοκαυσίμων με μικρή ή μηδενική ILUC, όπως τα προερχόμενα από φύκη, μικροοργανισμούς, χρησιμοποιήμενα μαγειρικά έλαια (UCO), απόβλητα, κ.ά. (βιοκαύσιμα δεύτερης και τρίτης γενιάς).

Στις 24 Ιανουαρίου 2013, η ΕΕ εξέδωσε την ανακοίνωση COM(2013) 17 «Καθαρή Ενέργεια για τις Μεταφορές: Η Εναλλακτική Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τα Καύσιμα» που περιλαμβάνει τα βιοκαύσιμα, το φυσικό αέριο και το συνθετικό φυσικό αέριο, την ηλεκτρική ενέργεια, κ.ά. Σε αυτήν προτείνεται η προώθηση βιοκαυσίμων νέας γενιάς και η διακοπή όλων των επιδοτήσεων για βιοκαύσιμα πρώτης γενιάς μετά το 2020.

Στις 11 Σεπτεμβρίου 2013 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε, με πολύ μικρή πλειοψηφία (356-327) ως ανώτατο όριο (οροφή) για τη συμμετοχή των βιοκαυσίμων στις μεταφορές ως το 2020 το 6% (αντί για 5% που είχε προταθεί) με παράλληλη παρουσία τουλάχιστον κατά 2,5% βιοκαυσίμων νέων τεχνολογιών. Επίσης αποφάσισε τον συνπολογισμό της ILUC στις μεθοδολογίες της Οδηγίας για την ποιότητα των καυσίμων μετά το 2020.

Η Γαλλίδα εισηγήτρια Corinne Lepage δήλωσε πως «,,, ήταν μια πολύ δύσκολη συζήτηση, διότι ήταν ισχυρή η παρουσία όλων των οικονομικών συμφερόντων. Το κείμενο έχει σημαντικές οικονομικές και ηθικές επιπτώσεις».

Η οροφή του 6% θεωρήθηκε συμβιβασμός και προκάλεσε αρνητικά σχόλια, τόσο από τις οικολογικές οργανώσεις, όσο και από τη βιομηχανία των βιοκαυσίμων.

Μεγάλες οργανώσεις όπως η Oxfam και οι Friends of the Earth θεωρούν ότι «… οι Ευρωβουλευτές ενέδωσαν στις πιέσεις της βιομηχανίας και δεν προχώρησαν σε ουσιαστική αναθεώρηση της αποτυχγάνουσας πολιτκής της ΕΕ για τα βιοκαύσιμα …» και ότι «…αν και αποφεύχθηκε το χειρότερο σενάριο το Κοινοβούλιο αδιαφορεί γιατις ανάγκες των πολιτών και του πλανήτη …».

Αντίθετα, τα λόμπι της βιομηχανίας, όπως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Βιοκαυσίμων (European Biodiesel Board) θεωρούν ότι τα στοιχεία για την ILUC δεν είναι τεκμηριωμένα, ότι η βιομηχανία βιοκαυσίμων θα καταρεύσει με απώλειες θέσεων εργασίας και οικονομικό αντίκτυπο σε πολλές χώρες της Ένωσης, και ότι χωρίς σταθερό πλαίσιο πολιτικών δεν μπορούν να συνεχιστούν οι σχετικές επενδύσεις.

Παρόμοιες θέσεις εκφράζουν και κάποιες κυβερνήσεις, κυρίως χωρών της κεντρικής Ευρώπης, που «ανεπίσημα» αμφισβητούν τις επιπτώσεις της ILUC. Μόνο η Ολανδία, η μεγάλη Βρεττανία, το Βέλγιο και η Δανία υποστηρίζουν ανοιχτά τη χρήση μεθοδολογιών που συνυπολογίζουν την ILUC για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των βιοκαυσίμων.

Αντιφατικές φαίνεται πως είναι και οι απόψεις στα όργανα της ΕΕ. Η Επίτροπος σε θέματα δράσης για το κλίμα, Connie Hedegaard, υποστηρίζει σθενάρα την πρόταση. Όπως δήλωσε «… Αν δεχτούμε υψηλότερη οροφή [από το 6%] θα μειώσουμε δραστικά τις πιθανότητες να περιορίσουμε τα αρνητικά αποτελέσματα από τα βιοκαύσιμα … τα περισσότερα βιοκαύσιμα πρώτης γενιάς συμβάλλουν ελάχιστα ή καθόλου στη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου αν συνυπολογίσουμε και τις εκπομπές λόγω ILUC …»

Αντίθετα, ο Günther Oettinger, Επίτροπος ενέργειας είχε δηλώσει πριν λίγο καιρό σε συνάντηση των Υπουργών Ενέργειας η Επιτροπή είναι «ελαστική» στο θέμα της οροφής.

Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με τα κράτη-μέλη για την οριστικοποίηση της απόφασης του Ευρωκοινοβουλίου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στις 12 Δεκεμβρίου 2013 δεν κατόρθωσε να συμφωνήσει επί μιας συμβιβαστικής πρότασης της Λιθουανικής Προεδρίας που, μεταξύ άλλων, περιλάμβανε οροφή 7%. Τα περισσότερα κράτη-μέλη θεώρησαν την πρόταση αδύναμη και αναποτελεσματική[9], ενώ η Ουγγαρία, η Τσεχία και η Πολωνία θεώρησαν υπερβολική τη μείωση.

Το καυτό αυτό θέμα βρίσκεται πια στα χέρια της Ελληνικής Προεδρίας (αν και δεν αναφέρθηκε στις σχετικές δηλώσεις κατά την ανάληψη), από ότι φαίνεται όμως είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει συμφωνία προ των Ευρωεκλογών, και μάλλον θα παραμείνει ανοιχτό, τουλάχιστον ως το τέλος του 2014.

Σημειώσεις:

[1] Τον Σεπτέμβριο του 2001, η Λευκή Βίβλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Η ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορών με ορίζοντα το έτος 2010: η ώρα των επιλογών» εκτιμούσε ότι μεταξύ 1990 και 2010 οι εκπομπές CO2 που οφείλονται στις μεταφορές θα αυξηθούν κατά 50% φτάνοντας τους 1.113 εκατομμύρια τόνους, αποδίδοντας την κύρια ευθύνη στις οδικές μεταφορές, στις οποίες αναλογεί το 84 % των οφειλόμενων στις μεταφορές εκπομπών CO2. Από οικολογική σκοπιά, η Λευκή Βίβλος συνιστούσε τη μείωση της εξάρτησης από το πετρέλαιο (98% σήμερα) στον τομέα των μεταφορών με τη χρησιμοποίηση εναλλακτικών καυσίμων όπως τα βιοκαύσιμα.

[2] Τον στόχο αυτό πέτυχαν μόνο η Γερμανία (3,8%) και η Σουηδία (2,2%). Ο μέσος όρος στις χώρες της Ένωσης ήταν 1,06% το 2005 και 2,6% το 2007.

[3] Τον Νοέμβριο του 2000 στην Πράσινη Βίβλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Προς μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού», είχε τεθεί ο στόχος της υποκατάστασης κατά 20 % των συμβατικών καυσίμων με εναλλακτικά καύσιμα στον τομέα των οδικών μεταφορών μέχρι το 2020.

[4] Η παγκόσμια παραγωγή από 81 δισ. λίτρα το 2008 εκτιμάται ότι το 2020 θα φτάσει τα 172 δισ. λίτρα. Στην Ευρώπη, η παραγωγή βιοντίζελ αυξήθηκε από 5,37 δισ. λίτρα το 2006 σε 9,35 δισ. λίτρα το 2009 (αύξηση 74%), και η παραγωγή βιοαιθανόλης από 1,63 δισ. λίτρα σε 3,03 δισ. λίτρα αντίστοιχα (αύξηση 86%).

[5] Ενδεικτικά, σήμερα, στην ΕΕ παράγονται συνολικά περίπου 1.800.000 τόνοι βιοκαυσίμων (βιοντίζελ και βιοαιθανόλη). Η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία προπορεύονται κατά σειρά στο βιοντίζελ, ενώ η Ισπανία είναι πρώτη στην παραγωγή βιοαιθανόλης, με δεύτερη τη Γαλλία και τρίτη τη Σουηδία (αθροιστικά πάνω από 300.000 τόνους). Στην Ελλάδα οι ενεργειακές καλλιέργειες –κυρίως ηλίανθος, ελαιοκράμβη και σόγια– ξεπερνούν σε έκταση τα 700.000 στρέμματα, κυρίως στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (70%). Τα πρωτεία έχει ο νομός Εβρου (50% του συνόλου).

[6] Το λόμπι της βιομηχανικής γεωργίας, μεταξύ τους και η Copa-Cogeca που εκπροσωπεί τη βιομηχανοποιημένη αγροτική παραγωγή στην Ευρώπη, αντιτείνει μελέτες που αποδίδουν τις υψηλές και ασταθείς τιμές των τροφίμων όχι στην παραγωγή βιοκαυσίμων, αλλά στα παραδοσιακά δεδομένα της αγοράς: αυξομειώσεις της τιμής του πετρελαίου και των συναλλαγματικών ισοτιμιών, ακραία καιρικά φαινόμενα και ευκαιριακούς περιορισμούς της παγκόσμιας εμπορικής πολιτικής.

[7] Δείτε http://www.euractiv.com/energy/eu-report-brussels-biofuels-poli-news-530293.

[8] Η διεθνής ΜΚΟ GRAIN αναφέρει ότι μεταξύ 2002 και 2012, 170 εκατομμύρια στρέμματα έχουν «αρπαγεί» παγκοσμίως για ενεργειακές καλλιέργειες. Θα βρείτε την εξαιρετικά ενδιαφερουσα αυτή αναφορά στο http://www.grain.org/article/entries/4653-land-grabbing-for-biofuels-must-stop

[9] Σύμφωνα με σχόλιο της Oxfam, η αύξηση από την προταθείσα από την ΕΕ οροφή του 5% σε 7% αντιστοιχεί σε παραγωγή τροφής ικανή να θρέψει 69 εκατομμύρια ανθρώπους ετησίως.

The “unknown war” of the seeds.

Ο “άγνωστος πόλεμος” των σπόρων

 

 

Τον περασμένο Μάιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πρόταση μέτρων για την ενίσχυση της επιβολής των προτύπων υγείας και ασφάλειας στο σύνολο της αγροδιατροφικής αλυσίδας [2013/0140 (COD)]. Με τις νέες μεταρρυθμίσεις αναφέρεται ότι θα μειωθούν τόσο οι σχετικές νομοθετικές πράξεις, από 70 περίπου σε μόλις 5, όσο και τα γραφειοκρατικά εμπόδια στις διαδικασίες που απαιτούνται για αγρότες, κτηνοτρόφους και επιχειρήσεις τροφίμων (σε όλα τα επίπεδα) ώστε να ασκούν με μεγαλύτερη ευκολία την επαγγελματική τους δραστηριότητα.

Η πρόταση περιλαμβάνει μέτρα για την υγεία των ζώων (με έμφαση στην ανίχνευση και έλεγχο των νόσων), την υγεία των φυτών (με έμφαση στον έλεγχο νέων ειδών επιβλαβών οργανισμών) και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, με νέους κανόνες, επέκταση του συστήματός καταβολής τελών για την υλοποίηση των ελέγχων και ενίσχυση αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών.

Περιλαμβάνει επίσης μέτρα για το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό (συμπεριλαμβανομένων και των σπόρων). Εδώ προβλέπεται περιορισμός των 12 σχετικών Οδηγιών σε ένα μόνο Κανονισμό, με απλούστερους και πιο ευέλικτους κανόνες για την εμπορία σπόρων και άλλου φυτικού υλικού. Στόχος είναι να διασφαλιστεί η παραγωγικότητα, η προσαρμοστικότητα και η ποικιλότητα των καλλιεργειών και των δασών της Ευρώπης και να διευκολυνθεί το εμπόριο, αλλά και, παράλληλα, να εξασφαλιστεί η προστασία της βιοποικιλότητας και η προώθηση της βιώσιμης γεωργίας.

Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις της ΕΕ, το νέο σχέδιο Νόμου για την Παραγωγή και Διάθεση στην Αγορά Φυτικού Αναπαραγωγικού Υλικού [EU Plant Reproductive Material Law, 2013/137(COD)] «… προβλέπει απλούστερους και πιο ευέλικτους κανόνες για την εμπορία σπόρων και άλλου φυτικού αναπαραγωγικού υλικού με σκοπό να διασφαλιστεί η παραγωγικότητα, η προσαρμοστικότητα και η ποικιλότητα των καλλιεργειών και των δασών της Ευρώπης και να διευκολυνθεί το εμπόριό τους … Θα ευνοήσει ιδιαίτερα τους παραγωγούς φυτών, τους γεωργούς, τους κηπουρούς, τους δασολόγους, τους εμπλεκόμενους φορείς και τους καταναλωτές».

Φαίνεται όμως ότι πολλοί από τους «ευνοούμενους» έχουν τελείως διαφορετική γνώμη αφού επιμένουν εμφατικά ότι ο νέος νόμος αποτελεί σημαντική απειλή για την διατήρηση  και κυκλοφορία των τοπικών ποικιλιών, οδηγώντας μέχρι και στην απαγόρευση τους, αλλά και για τη βιοποικιλότητα στην ήπειρό μας. Και ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις ευνοούν τις μεγάλες εταιρείες παραγωγής σπόρων, μέσω της επέκτασης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (IPRs) και την προώθηση νέων τεχνολογιών έλεγχου για όλες τις εμπορικές φυτικές ποικιλίες.

Εδώ και αρκετές δεκαετίες η βιομηχανοποιημένη παραγωγή σπόρων έχει εκτοπίσει πιο παραδοσιακές ή/και περιβαλλοντικά φιλικότερες προσεγγίσεις, όπως η επιλογή σπόρων με βάση τα χαρακτηριστικά της κάθε περιοχής, η δημιουργία ποικιλιών «ελεύθερης επικονίασης» που δεν προστατεύονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και η διατήρηση των τοπικών ποικιλιών. Η νομολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπει μόνο την καλλιέργεια εμπορικών ποικιλιών σπόρων που πληρούν τα κριτήρια «διακριτότητα, ομοιομορφία, σταθερότητα» (αναφέρονται ως DUS-tests από τα αρχικά των λέξεων distinctness, uniformity, stability), συνεπώς ευνοεί τις μεγάλες εταιρίες και τη λογική των μονοκαλλιεργειών. Πρόσφατα, οι εναλλακτικές αγροτικές πρακτικές, περιθωριοποιημένες κατά την ακμή της βιομηχανικής γεωργίας, άρχισαν να προσελκύουν κοινωνικό, αλλά και εμπορικό και πολιτικό ενδιαφέρον, κυρίως λόγω της οικολογικής τους σημασίας για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Αναπτύσσεται πλέον σε όλη την Ευρώπη ένα σημαντικό κίνημα για την ανακάλυψη, διατήρηση και διάδοση παλαιών φυτικών ποικιλιών, καθώς και καλλιεργητικών μεθόδων προσαρμοσμένων στα οικοσυστήματα[1]. Αυτό το κίνημα αντιμετωπίζεται ως απειλή από τη βιομηχανία των σπόρων[2] που αποθαρρύνει τους ανταγωνιστές μέσω δυσκολιών εισόδου στην αγορά (IPRs, μεγάλα κόστη καταχώρησης, κ.λπ.)

Αντίστοιχα, μέχρι και πριν μερικά χρόνια, η εμπορία σπόρων μη καταχωρημένων ποικιλιών (τοπικών, παραδοσιακών και ιδιοπαραγόμενων) δεν υφίστατο ουσιαστικό έλεγχο στις περισσότερες χώρες, γιατί αποτελούσαν σχετικά μικρό κομμάτι της αγοράς και η διακίνησή τους γινόταν, κυρίως, χωρίς ανταγωνιστικές εμπορικές προθέσεις.

Είναι άραγε σύμπτωση ότι, καθώς η μη καταχωρημένες ποικιλίες κατακτούν αυξανόμενο μερίδιο της αγοράς, εμφανίζεται ο νέος νόμος που θεσπίζει περιορισμούς για όλους τους σπόρους και τα «υλικά εξειδικευμένων αγορών» που χρησιμοποιούνται στη γεωργία και τη δασοκομία στην Ευρώπη;

Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο του νέου νόμου, μετά την κύρωση του θα θεωρείται αμέσως παράνομη η καλλιέργεια, αναπαραγωγή και εμπορία κάθε σπόρου ή αναπαραγωγικού υλικού που δεν έχει ελεγχθεί και πιστοποιηθεί από το Κοινοτικό Γραφείο Φυτικής Ποικιλότητας (Community Plant Variety Office, CPVO, www.cpvo.europa.eu). Το ΚΓΦΠ, που λειτουργεί από το 1995, χορηγεί δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας για τις φυτικές ποικιλίες που πιστοποιεί και τηρεί τους σχετικούς καταλόγους. Στο νέο νόμο προβλέπεται ότι το ΚΓΦΠ θα ελέγχει τις εθνικές υπηρεσίες πιστοποίησης φυτικού υλικού, ώστε να εναρμονιστεί πλήρως η διαδικασία πιστοποίησης σε όλες τις χώρες της Ένωσης. Για να διατηρηθεί μάλιστα κάθε σπόρος στους εγκεκριμένους καταλόγους θα απαιτείται η καταβολή ετήσιου τέλους καταχώρησης[3].

Το αρχικό σχέδιο του νόμου περιλάμβανε όλες τις κατηγορίες αναπαραγωγικού υλικού, χωρίς εξαιρέσεις. Μετά από έντονη κατακραυγή και διαμαρτυρίες από ιδιώτες, οργανώσεις καταναλωτών και αγροτών μικρής κλίμακας[4], τράπεζες φυτικού υλικού, ακόμα και κάποιες κυβερνήσεις κρατών-μελών, εισήχθησαν κάποιες εξαιρέσεις. Έτσι, με το τρέχον υπό διαβούλευση σχέδιο (από ότι φαίνεται το τέταρτο κατά σειρά), δεν θα θεωρείται πλέον παράνομη η διατήρηση και ανταλλαγή μη εγκεκριμένων σπόρων από ιδιώτες κηπουρούς ή παραγωγούς, η παράγωγη και πώληση μη εγκεκριμένων ποικιλιών από ιδιώτες και μικρούς οργανισμούς (μόνο όμως αν έχουν λιγότερους από 10 υπαλλήλους) και η παραγωγή μη εγκεκριμένων σπόρων από τράπεζες σπερμάτων, ενώ για παλαιές παραδοσιακές ποικιλίες και για το «ετερογενές υλικό», προβλέπονται μόνο «… χαλαροί (!) κανόνες καταχώρησης». Παρ’ όλες τις αλλαγές, το τρέχον σχέδιο νόμου φαίνεται να δημιουργεί πολλά και υπερβολικά γραφειοκρατικά εμπόδια, όπως η ανάγκη απόδειξης της σπουδαιότητας κάποιας συγκεκριμένης ποικιλίας, ο περιορισμός της διανομής των τοπικών σπόρων μόνο στις περιοχές καταγωγής τους, κ.ά. Επίσης υπάρχουν αρκετές ασαφείς διατάξεις που δεν αποκλείουν μελλοντική αυστηροποίηση των «χαλαρών κανόνων», τροποποιήσεις, ή ακόμα και κατάργηση των παραπάνω εξαιρέσεων χωρίς ανάγκη νέας επικύρωσης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Επιπλέον η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Δασών (Confédération Européenne des Propriétaires Foresters, CEPF, www.cepf-eu.org) και η Ευρωπαϊκή Ένωση Κρατικών Δασών (European State Forest Association, EUSTAFOR, www.eustafor.eu/), δήλωσαν ότι ιδιοκτήτες και διαχειριστές δασών σε όλη την Ευρώπη έχουν σοβαρές αντιρρήσεις για την υπαγωγή των δασικών υλικών στο νέο νόμο. «… Η επέκταση των διαδικασιών ελέγχου και πιστοποίησης της βιομηχανίας τροφίμων στο δασικό αναπαραγωγικό υλικό θα αυξήσει υπέρμετρα το διαχειριστικό φορτίο στα κράτη-μέλη, χωρίς κανένα οικονομικό όφελος».

Αξίζει να σημειωθεί πως φαίνεται να υπάρχει έντονη αντίθεση μεταξύ της Γενικής Διεύθυνσης Υγείας και Καταναλωτών (DG SANCO) που προωθεί τον νέο νόμο (υπό την πίεση των πολυεθνικών εταιριών σπόρων, λένε οι επικριτές του) και των ΓΔ Αγροτικών Θεμάτων (DG AGRI) και Περιβάλλοντος (DG ENVI), που θεωρούν ότι είναι βλαπτικός για τη βιοποικιλότητα. Είναι επίσης σημαντικό ότι οι περιλήψεις, τα δελτία τύπου και τα απλουστευμένα κείμενα για το κοινό έχουν επιλεκτικές αναφορές και είναι συχνά παραπλανητικά, ενώ υπάρχουν και σαφείς δυσκολίες στον εντοπισμό πληροφοριών για το χρονοδιάγραμμα, την πορεία των διαβουλεύσεων και τις αλλαγές που γίνονται. Οι λεπτομέρειες ενίοτε βρίσκονται σε άσχετα κείμενα, ή καλύπτονται από στρώματα δύσληπτων νομικών και τεχνικών διατυπώσεων. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, το ότι η διαδικασία αναθεώρησης του πλαισίου για το φυτικό υλικό, αν και ξεκίνησε το 2008, άργησε πολύ να γίνει δημόσια αντιληπτή[5].

Η αναθεώρηση αυτή δίνει την ευκαιρία στις μεγάλες εταιρίες να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στην Αγορά Σπόρων[6]. Καθώς η εμπορική αξία της παγκόσμιας Αγοράς Σπόρων υπολογίζεται σε περίπου 45 δισ. δολάρια και της ευρωπαϊκής σε 9 δισ. δολάρια ετησίως (Πηγή: International Seed Federation, www.worldseed.org/isf/seed_statistics.html), υπάρχουν εντονότατες πιέσεις προς τα όργανα της ΕΕ, και ιδιαίτερα την DG SANCO, από τα λόμπι της βιομηχανίας σπόρων, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση Σπόρων (European Seeds Association, ESA), η Copa-Cogeca (εκπροσωπεί τη βιομηχανοποιημένη αγροτική παραγωγή) και η FoodDrinkEurope (εκπρόσωπος των μεγάλων πολυεθνικών τροφίμων). Οι πιέσεις αυτές φαίνεται ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για την ως τώρα μορφοποίηση του νέου νόμου.

Η Αυστριακή ΜΚΟ Arche Noah παρουσίασε ολοκληρωμένη αξιολόγηση του σχεδίου νόμου, στη οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων:

«… Ο κύριος στόχος της νέας νομοθεσίας φαίνεται πως είναι η αύξηση της παραγωγικότητα και η εντατικοποίηση μιας εκβιομηχανισμένης γεωργίας, με έμφαση στις εξαγωγές. Οι προτεινόμενες εξαιρέσεις για μικρά τμήματα της αγοράς και παλαιές ποικιλίες απλά «χρυσώνουν το χάπι» και δεν μπορούν να αναστείλουν την απώλεια βιοποικιλότητας …

Η βασική απαίτηση πολλών ενδιαφερομένων μερών σε όλη την Ευρώπη για άρση των υποχρεωτικών περιορισμών των ποικιλιών δεν έγινε δεκτή. Αυτός όμως θα ήταν ο πιο άμεσος και λιγότερο γραφειοκρατικός τρόπος για να στηριχθεί η βιοποικιλότητα …

Αν οι πρόσφατες εξαιρέσεις, που λέγεται ότι προάγουν την ποικιλότητα, αναλυθούν λεπτομερώς, φαίνεται ότι, αντίθετα, δημιουργούν προβλήματα. Οι ιστορικοί, γεωγραφικοί και ποσοτικοί περιορισμοί που θα ισχύσουν για παλαιές και σπάνιες ποικιλίες εγείρουν εμπόδια στη διάδοση της ποικιλότητας και στην αξιοποίηση του δυναμικού της. Οι έλεγχοι DUS εγκλωβίζουν τα καλλιεργούμενα είδη σε μια τεχνική-νομική μέγκενη, ενώ η επιζητούμενη υψηλή ομοιομορφία των φυτών είναι έντονα αμφισβητήσιμη από οικολογικής πλευράς. Οι περιορισμοί θα εξαφανίσουν ότι απομένει από την εκτατική και παραδοσιακή γεωργία που ήταν ο κύριος μοχλός διαμόρφωσης της σημερινής ποικιλότητας καλλιεργούμενων φυτών. Επίσης υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι εν λόγω περιορισμοί, μέσω διακρατικών εμπορικών συνθηκών να επεκταθούν και σε χώρες εκτός ΕΕ. Σε χώρες όπου οι σπόροι παράγονται από γεωργούς και όχι εταιρίες, κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό …

Η Επιτροπή θέλει να εξασφαλίσει το δικαίωμά της να καθορίζει τις προϋποθέσεις συσκευασίας, σήμανσης, ακόμα και τον τρόπο εμπορίας σπόρων, μέσω νομοθετικών πράξεων κάθε δεδομένη στιγμή. Κάτι τέτοιο θα έκανε αυτόματα την αγορά των σπόρων τόσο περίπλοκη και γραφειοκρατικά απαιτητική που θα απέκλειε τις περισσότερες από τις μικρές επιχειρήσεις. Για δεκαετίες, η αγορά των σπόρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση διέπεται από δυσανάλογα αυστηρούς νόμους. Έφτασε πλέον η στιγμή να αμφισβητηθούν σοβαρά αυτές οι εχθρικές προς τη βιοποικιλότητα ρυθμίσεις …

Η πρόταση χρειάζεται να αναθεωρηθεί επειγόντως. Δυστυχώς, ως τώρα η μόνη αντίδραση της Επιτροπής στη διεθνή πίεση των κοινωνικών οργανώσεων ήταν «διακοσμητικές» αλλαγές ενώ αγνοείται η ουσία της ασκούμενης κριτικής».

Το χρονοδιάγραμμα οριστικοποίησης και κύρωσης του νέου νόμου δεν είναι ξεκάθαρο. Μέχρις στιγμής φαίνεται ότι τροποποιήσεις μπορούν να υποβληθούν στην Επιτροπή Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μέχρι και τον ερχόμενο Δεκέμβριο, ενώ η επόμενη συζήτηση προσδιορίζεται γύρω στον Απρίλιο του 2014. Η διαδικασία προβλέπεται να ολοκληρωθεί στο τέλος του 2020.

Αν ο νόμος εγκριθεί ως έχει (ή αν, όπως λένε οι επικριτές του, οι μεγάλες εταιρείες  καταφέρουν να επιβάλλουν την ατζέντα τους) μπορεί να οδηγήσει σε εξαφάνιση των τοπικών ποικιλιών, σε μια εξαρτημένη σχέση συνδιαλλαγής και έλεγχου, μέσω πατεντών και νέας τεχνολογίας, ακόμη και των συμβατικών σπόρων, και σε τεράστια μεταφορά αξίας από τους αγρότες προς τις μεγάλες εταιρείες που διεκδικούν, ανοιχτά πια, βασικές γεωργικές διαδικασίες.

Σημειώσεις:

[1] Σχετικές οργανώσεις υπάρχουν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Ενδεικτικά αναφέρω, μεταξύ πολλών άλλων, στην Ελλάδα την εναλλακτική κοινότητα «Πελίτι» (www.peliti.gr) και τον «Αιγίλοπα» (www.aegilops.gr), στη Γαλλία την «Association Kokopelli» (www.terredesemences.com), στην Αγγλία την «Garden Organic» (www.gardenorganic.org.uk), στην Αυστρία την Arche Noah (www.arche-noah.at), κ.ο.κ.

[2] Οι μεγάλες εταιρείες παραγωγής σπόρων ισχυρίζονται ότι χάνουν αυτή τη στιγμή το 40% των εν δυνάμει αγορών λόγω “παράνομης αναπαραγωγής”, όπως την ονομάζουν, καθώς και λόγω της σποροπαραγωγής  μη-καταχωρημένων ποικιλιών.

[3] Αν όλα αυτά σας θυμίζουν κάτι από Όργουελ, μάλλον η φαντασία σας καλπάζει.

[4] Η Arche Noah και άλλες 240 οργανώσεις από 40 χώρες έχουν συντάξει μια «ανοιχτή επιστολή» προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τους αρμόδιους Επιτρόπους (http://seedpolicy.arche-noah.at/en/eu-seed-law/take-action).

[5] Παρεμπιπτόντως, «στα ψιλά» από πλευράς πληροφόρησης φαίνεται πως πέρασε το Παγκόσμιο Συνέδριο για τους Σπόρους που οργανώθηκε από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Σπόρων (International Seed Federation) στην Αθήνα πριν λίγους μήνες (27-29 Μαΐου). Εκεί, μεταξύ άλλων, ο ΓΓ της Ευρωπαϊκής Ένωσης Σπόρων (ESA) ανακοίνωσε η διεθνής βιομηχανία σπόρων θέτει σε εφαρμογή μεγάλο σχέδιο (project «Compass») προκειμένου να αντικρούσει τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που περιορίζουν τη χρήση νεονικοτινοειδών αγροχημικών (δείτε σχετικά αναφορά στο τεύχος της ΦΥΣΗΣ 141, σελ 39).

[6] Με στοιχεία του 2009, το 73% της παγκόσμιας Αγοράς Σπόρων βρίσκεται υπό τον έλεγχο μόλις 10 μεγάλων εταιριών. Οι 4 πρώτες, Monsanto (ΗΠΑ), DuPont (ΗΠΑ), Syngenta (Ελβετία) Groupe Limagrain (Γαλλία) ελέγχουν το 58% (Πηγή: «Who will control the Green Economy?» www.etcgroup.org).

Continuing …diversions.

Εκτροπών συνέχεια …

 

 

Οι πρόσφατες εξελίξεις στο θέμα της εκτροπής του Αχελώου αποδεικνύουν, για πολλοστή φορά, ότι το έργο ουδεμία σχέση έχει με την άρδευση και την ύδρευση, με την παραγωγή ενέργειας, με την (αποσιωπούμενη σήμερα) αγροτική ανάπτυξη ή με την προφασιζόμενη πλέον οικολογική αποκατάσταση του Πηνειού και των υδροφορέων της Θεσσαλίας.

Η εκτροπή ήταν, και παραμένει, έργο καθαρά πολιτικό και όλοι οι αρμόδιοι και οι διαδοχικές κυβερνήσεις θεωρούσαν, και εξακολουθούν να θεωρούν, ότι ως τέτοιο είναι αυθύπαρκτο και αυτεξούσιο, υπεράνω μελετών, ολοκληρωμένων μακρόπνοων σχεδίων, περιβαλλοντικών όρων και άλλων παρόμοιων ενοχλητικών παραμέτρων – ακόμα και των νόμων, των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και των συνταγματικών υποχρεώσεων της Διοίκησης.

Για όσους έχουν «χάσει επεισόδια» του μακρόχρονου αυτού σίριαλ θυμίζω ότι η εκτροπή του Αχελώου απασχολεί το ΣτΕ από το 1991 και ότι η Ολομέλεια του δικαστηρίου έχει ακυρώσει το έργο τα έτη 1994, 2000 και 2005 μετά από προσφυγές περιβαλλοντικών οργανώσεων (μεταξύ τους και η Εταιρία μας) και τοπικών φορέων. Στο διάστημα αυτό το έργο άλλαξε σχεδιασμό πολλές φορές και αντίστοιχα η απόληψη ύδατος μειώθηκε από 1.500 εκατομμύρια μ3 ετησίως σε 1.100 και αργότερα σε 600.000 μ3 (η επονομαζόμενη «μερική» εκτροπή). Η πλέον πρόσφατη «εκδοχή» αναφέρεται σε μόλις 250.000 μ3 που θα χρησιμεύσουν κυρίως για την «οικολογική» αποκατάσταση (!) των οικοσυστημάτων της Θεσσαλίας.

Το 2006 το ΥΠΕΧΩΔΕ προσπάθησε να παρακάμψει την ακυρωτική απόφαση του 2005 με την ψήφιση των λεγόμενων «τροπολογιών Σουφλιά» και οι εργασίες συνεχίστηκαν ως το 2009. Τότε το ΣτΕ παρέπεμψε το θέμα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), καθώς προέκυπταν εξαιρετικά σοβαρά ζητήματα εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ. Συγκεκριμένα απέστειλε 14 προδικαστικά ερωτήματα που αφορούσαν θέματα όπως η πιθανή σύγκρουση της ελληνικής νομοθεσίας με κοινοτικές οδηγίες, η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, οι προϋποθέσεις μεταφοράς νερού από μια Περιοχή Λεκάνης Απορροής Ποταμού σε άλλη και η συμβατότητα του νόμου Σουφλιά (3481/2006) με τις οδηγίες 2000/60/ΕΚ, 85/337/ΕΟΚ, 97/11/ΕΚ, 2001/42/ΕΚ και 92/43/ΕΟΚ.

Εν αναμονή της απόφασης του ΔΕΕ, και για να μην υπάρξουν μη αντιστρεπτά τετελεσμένα πριν κριθεί δικαστικά η υπόθεση, το 2010 η Επιτροπή Αναστολών του ΣτΕ «πάγωσε» κάθε δραστηριότητα σχετική με το έργο με την απόφαση 141/2010.

Το 2011, με την απόφαση 151/2011, απέρριψε αίτημα του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων που ζητούσε να επιτραπούν εργασίες συντήρησης και κατασκευής της εσωτερικής επένδυσης στη σήραγγα εκτροπής. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης «… τυχόν συνέχιση των εργασιών στις εν εξελίξει εργολαβίες θα καταστήσει έτι δυσχερέστερη και οικονομικά πιο δαπανηρή την επαναφορά του χώρου στην προτέρα κατάστασησε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως».

Λίγο αργότερα, με την 268/2011, η Επιτροπή Αναστολών επέτρεψε μόνον εργασίες συντήρησης για να αποφευχθεί κατάρρευση τμημάτων της σήραγγας. Στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι «… από τις προσκομισθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση της Επιτροπής, ότι η ολοκλήρωση της τελικής επένδυσης σε όλο το μήκος είναι απολύτως αναγκαία για την αποφυγή του κινδύνου κατάρρευσης της σήραγγας».

Τα προδικαστικά ερωτήματα απαντήθηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τον Σεπτέμβριο του 2012 και, στις 15 Φεβρουαρίου 2013, συζητήθηκε η υπόθεση στην Ολομέλεια του ΣτΕ. Έπειτα οι σύμβουλοι Επικρατείας συνήλθαν σε διάσκεψη και έκαναν δεκτό το ακυρωτικό αίτημα των περιβαλλοντικών οργανώσεων και των τοπικών φορέων της Αιτωλοακαρνανίας. Η απόφαση αναμένεται να δημοσιευθεί με το νέο δικαστικό έτος, τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, γιατί έχουν συνεκτιμηθεί οι απαντήσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στα προδικαστικά ερωτήματα, αλλά και γιατί το ΣτΕ απέρριψε αίτημα του Δημοσίου για «μακρά αναβολή» του θέματος μέχρις ότου εγκριθούν τα Σχέδια Διαχείρισης Υδατικών Διαμερισμάτων, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Στερεάς Ελλάδας που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για το σχεδιασμό οποιουδήποτε έργου, σύμφωνα με την Οδηγία για τα Ύδατα (2000/60) και την εθνική νομοθεσία.

Φαίνεται όμως πως και αυτή η Κυβέρνηση αδιαφορεί πλήρως για την επικείμενη απόφαση του ΣτΕ, και μάλλον θεωρεί την έλλειψη Σχεδίων Διαχείρισης για τα Υδατικά Διαμερίσματα …ασήμαντη λεπτομέρεια.

Μόνον έτσι μπορεί να εξηγηθεί η υπογραφή απόφασης για τη χρηματοδότηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων μηνός Απριλίου (αριθμός πρωτοκόλλου 18918/ΔΕ-2151), στην οποία προβλέπεται διάθεση κονδυλίου 500.000 ευρώ για τη συνέχιση των έργων εκτροπής του Αχελώου!

Αναλυτικότερα, με απόφαση του υπουργείου Ανάπτυξης και Υποδομών, υπογεγραμμένη από τον αναπληρωτή υπουργού κ. Σταύρο Καλογιάννη (22/3/2013), προβλέπεται η διάθεση 246.000 (κατ’ άλλα δημοσιεύματα 307.000) ευρώ για την εκπόνηση «οικολογικής μελέτης βάσης» στην περιοχή κατασκευής των έργων εκτροπής του Αχελώου. Η μελέτη αυτή θα ασχοληθεί με «… την καταγραφή πρόσφατων στοιχείων φυσικού περιβάλλοντος με μεγαλύτερη έμφαση σε θέματα ορνιθοπανίδας, κατηγοριών βλάστησης, ειδών χλωρίδας, είδη θηλαστικών, ιχθυoπανίδας, ερπετών και αμφιβίων» (στοιχεία που δεν κατέστη δυνατόν να αποτιμηθούν σε δεκάδες μελέτες από το 1986 ως σήμερα) και θα «… αξιοποιηθεί ως αναπόσπαστο στοιχείο των μελετών που απαιτούνται για την περιβαλλοντική αδειοδότηση των έργων εκτροπής του Αχελώου».

Με άλλη απόφαση του ιδίου υπουργού (2/5/2013) προβλέπεται η διάθεση 50.000 ευρώ σε ιδιώτη μελετητή για την «… εξέταση και διερεύνηση της τροποποίησης του υφιστάμενου σχεδιασμού του φράγματος Συκιάς στον ποταμό Αχελώο» στο πλαίσιο της εκτροπής. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, πρέπει να διερευνηθούν οι πιο πρόσφορες λύσεις για ολοκλήρωση του έργου με μείωση του μεγέθους του ταμιευτήρα, ώστε το νερό να μη φθάσει έως τη μονή Αγίου Γεωργίου Μυροφύλλου και να μη χρειαστεί η κατασκευή περιφράγματος για την προστασία της, όπως είχε υποδείξει το ΣτΕ, και για να μειωθούν οι απαλλοτριώσεις. «…Ο ενδεχομένως τροποποιημένος σχεδιασμός του φράγματος της Συκιάς θα πρέπει να μελετηθεί σε επίπεδο κατάλληλο για την απαιτούμενη σύνταξη της νέας μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και την έκδοση των νέων περιβαλλοντικών όρων», αναφέρεται στην απόφαση.

Νωρίτερα, στις 13/3/2013, ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων είχε εγκρίνει παράταση 10 μηνών για τα έργα στήριξης της σήραγγας εκτροπής (προϋπολογισμού περίπου 9,4 εκατ. ευρώ), παρ’ ότι η σχετική αίτηση υποβλήθηκε από τον εργολάβο μόλις 5 μέρες πριν τη λήξη της προθεσμίας και ότι οι επιπρόσθετες εργασίες θα βαρύνουν ακόμη περισσότερο των προϋπολογισμό του έργου.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης της Επιτροπή Αναστολών του ΣτΕ (αρ. 151/2011) που σταμάτησε τότε τα έργα «… τυχόν συνέχιση των εργασιών στις εν εξελίξει εργολαβίες θα καταστήσει έτι δυσχερέστερη και οικονομικά πιο δαπανηρή την επαναφορά του χώρου στην προτέρα κατάσταση σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως». Στην 268/2011 απόφαση της ίδιας Επιτροπής αναφέρεται επίσης ότι «… από τις προσκομισθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση της Επιτροπής, ότι η ολοκλήρωση της τελικής επένδυσης σε όλο το μήκος είναι απολύτως αναγκαία για την αποφυγή του κινδύνου κατάρρευσης της σήραγγας». Είναι προφανές ότι η απόφαση του Γ.Γ. Δημοσίων Έργων έρχεται σε αντίθεση με τα ορισθέντα στις δύο αποφάσεις της Επιτροπής Αναστολών.

Οι ενέργειες αυτές δείχνουν ότι η Διοίκηση έχει αποφασίσει μονομερώς, και πάλι, να συνεχίσει τα έργα της εκτροπής και προχωρά στα επόμενα βήματα πριν καν την έκδοση της απόφασης. Δείχνουν επίσης ότι η εκπόνηση των Σχέδιων Διαχείρισης των σχετικών υδατικών διαμερισμάτων είναι καθαρά προσχηματική αφού οι νέες μελέτες του έργου δρομολογούνται πριν την ολοκλήρωσή τους.

Aξίζει να σημειώσετε ότι στην παρούσα κρίσιμη οικονομική συγκυρία, η Κυβέρνηση αποφάσισε να εκταμιεύσει 500.000 ευρώ για τη συνέχιση του παράλογου και καταστροφικού έργου της εκτροπής του Αχελώου αλλά δίνει (και μάλιστα με την ίδια απόφαση) μόλις 200.000 ευρώ για ζωτικής σημασίας έργα προστασίας των δασών σε ολόκληρη την επικράτεια, λόγω έναρξης της αντιπυρικής περιόδου!

Τέλος, φαίνεται πως η …ταχεία πρόοδος, η …ευρεία αποδοχή, η …αποτελεσματικότητα της εκτροπής του Αχελώου και, κυρίως, ο …οικολογικός της χαρακτήρας δείχνουν το δρόμο και για άλλα παρόμοια έργα. Τοπικοί πολιτικοί και επιχειρηματικοί κύκλοι της Ηπείρου προωθούν πλέον την εκτροπή και του Αώου. Το έργο, που σχεδιάζεται μέσα στην προστατευόμενη περιοχή, έχει σκοπό τη μεταφορά νερού στην Παμβώτιδα για «εμπλουτισμό» της και στον Καλαμά για αξιοποίηση σε υδροηλεκτρικά εργοστάσια. Το ότι θα αλλοιωθεί μια από τις λιγότερο διαταραγμένες σημαντικές φυσικές περιοχές της χώρας και θα υποβαθμιστεί το τελευταίο άγριο ποτάμι της Ελλάδας (και ένα από τα πιο φυσικά της Ευρώπης) μάλλον δεν έχει σημασία. Περισσότερα για το σημαντικό αυτό πρόβλημα στο επόμενο τεύχος μας.